ΕΡΤ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στιγμές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στιγμές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

ΜΕ ΛΕΝΕ ΓΙΩΡΓΟ, ΕΙΜΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΙ ΟΧΙ ΑΡΙΘΜΟΣ...


Με λένε Γιώργο. Είμαι 42 χρόνων, σχολικός φύλακας.

Όχι δεν πήρα την δουλειά χαριστικά. Αν και στην κατάσταση μου, για να θρέψω τα 4 παιδιά μου, θα φιλούσα και κατηρουμένες ποδιές. Εργαζόμουν ως οδηγός φορτηγού, ώσπου με χτύπησε η σκλήρυνση κατά πλάκας. Λόγω της αρρώστιας μου, μπήκα σε αυτή την θέση, υπάρχει Νόμος για αυτές τις περιπτώσεις, υπήρχε τουλάχιστον, δεν ξέρω αν τον καταργήσανε τώρα.

Η γυναίκα μου, δούλευε ως καθαρίστρια σε συνεργείο καθαρισμού, χωρίς ασφάλιση φυσικά, απαίτησε τα δικαιώματα της, τους πίεσε, τους κατήγγειλε και με την πρώτη ευκαιρία την διώξανε τάχα μου λόγω κρίσης. Πάλι καλά, θα μπορούσε να έχει την τύχη της Κούνεβα. Εννοείται πως μπήκε στα... μαύρα κατάστιχα και δεν ξαναβρήκε δουλειά.

Σας ακούω να εύχεστε την απόλυση μου, να μου κουνάτε το δάχτυλο επιτιμητικά, να με διασύρετε ως τεμπέλη, βολεμένο, κομματόσκυλο. Και το χειρότερο, όλα αυτά τα ακούν και τα παιδιά μου, τρέμω μήπως πες - πες, αρχίσουν να αμφιβάλλουν για τον πατέρα τους.

Δεν θα σας πω τον μισθό μου, γιατί ντρέπομαι. Δεν θα σας πω πόσο μου κοστίζει η αρρώστια μου, τα ξέρετε. Δεν θα σας ρωτήσω πως θα σωθούν οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, αν εγώ απολυθώ, επειδή δεν πρόκειται να σωθούν.

Ένα μόνον θα σας πω! Με λένε Γιώργο, είμαι δημοτικός υπάλληλος, σχολικός φύλακας, ένας φτωχός, τίμιος, σοβαρά άρρωστος άνθρωπος κι όχι αριθμός.

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Γ@μώ την κρίση τους…μέσα…

Ώρα 15:20 και μέρα 22/05/2013   η πραγματική αυτή ιστορία διαδραματίζεται σε ενα γνωστο super market.
 
Προβληματίστηκα για το αν πρέπει να το πώ γιατί καμμιά φορά οι άνθρωποι μπερδεύουν την ανάγκη του να εξομολογηθεις κάτι και την κάνουν δήθεν προβολή του εγώ σου. Όμως σκέφτηκα να το μοιραστώ και ο καθένας να βγάλει τα συμπεράσματα του.

Βρίσκομαι λοιπον στην ουρά του ταμείου, μία βαριεστημένη κοπελίτσα είναι μπροστά από εμένα, ένας κύριος πιο μπροστά και μία ηλικιωμένη κυρία που είναι μπροστά απο την ταμία και αδειάζει το καλαθάκι της με τα λιγoστά της πράγματα.

Η γιαγιά βγάζει το πορτοφόλι της να πληρώσει και καθώς δεν βλέπει καλά αδειάζει το περιεχόμενο με τα ψιλά της πάνω στο ταμείο και ζητά απο την ταμία να τα μετρήσει. Στην ουρά μας λοιπόν υπάρχει ενας ψιλοεκνευρισμός,αφού ακούγεται να ξεφυσά η κοπελίτσα μπροστά μου,ο κυριος να αδειάζει βαριεστημένα τα πράγματα του και εγώ να αφήνω το καλαθάκι μου κάτω καθώς βλέπω πως θα αργήσουμε.

Η ταμίας μετρά τα ψιλα της γιαγιάς και της λέει πως λείπουν 1,45 ευρώ.

Η γιαγιά ψάχνει τις τσέπες της απεγνωσμένα αλλά η προσπάθεια καταλήγει άκαρπη…και στο πρόσωπο της αρχίζει και φαίνεται μια έντονη δυσαρέσκεια.

Ξαφνικά και ενώ όλοι είμαστε έτοιμοι να βαρεθούμε την ζωή μας..ακούγεται η φωνή της γιαγιάς να λέει στην ταμία :<<Τι να αφήσω κορίτσι μου?…Τι? Παίρνω φάρμακα πρέπει να πίνω γάλα,και το γιαούρτι θα το φάω απόψε για βραδυνό.Και τα κολοκυθάκια να κανω αύριο ενα μπριάμι χωρίς πατάτες…τι να αφήσω?…>>

Η ταμίας την κοιτά και δεν απαντά…και η γιαγιά μάς κοιτάει όλους με βλέμμα ντροπής,σαν να απολογείται για την καθυστέρηση της.

Και τότε με μια φωνή οργής γυρίζει στην ταμία και φωνάζει:<< Γ@μώ την κρίση τους μέσα…Δεν ήμουν πλούσια ποτέ,αλλά είχα να πάρω το γιαουρτάκι μου,είχα να φάω λίγο κρέας,αν ζούσε ο μακαρίτης ο αντρας μου και τον είχα άρρωστο τι θα τον τάιζα? Τι να κάνω? Τι να αφήσω????????? >>

Πλέον απο όλα τα ταμεία η προσοχή έχει τραβηχτεί στο δικό μας…έχουμε μείνει όλοι αποσβολωμένοι να κοιτάμε αυτη την αξιοπρέπεστατη γιαγιά να βγάζει κραυγές θυμού και απόγνωσης. Η ταμίας μας τα έχει χάσει και δέν ξέρει τι να της πεί..η κοπελίτσα μπροστά μου βγάζει το ενα ακουστικό απο τα αυτιά της που άκουγε μουσική και ο κύριος κοιτάζει την γιαγιά σαν χαμένος.

Για μερικά λεπτά όλοι έχουμε μείνει αποσβολωμένοι και παρακολουθούμε τον θυμό της γιαγιάς να γίνεται ποτάμι λέξεων…
Και σαν να με σπρώχνει κάποιος,προσπερνώ τους μπροστινούς μου παω στην ταμία και με θυμό της λέω: << Για 1,45 ευρώ την ταλαιπωρειται? >>

Έχω νευριάσει πολύ,κοιτώ την γιαγιά που μάλλον φοβήθηκε εμένα γιατί,πήγα εκεί και αναμίχθηκα.

Κάνω όπισθεν και παίρνω το κάλαθι μου,βγάζω τις μπανάνες και τις βάζω στο ταμείο και λέω στην ταμία: << Κόψε απόδειξη για αυτές και θα δώσω εγώ το 1,45 που λείπει γαμώτο….μην την παιδευεται αλλο>>

Τότε γίνεται κάτι το οποίο νομίζω πως θα το θυμάμαι και θα με συγκινεί,σαν μια στιγμή μοναδική

Ο κύριος στο ταμείο σπρώχνει τα 2 γάλατα και τα 2 γιαούρτια και ζητά απο την ταμία να κόψει απόδειξη για αυτά να τα πληρώσει και να τα δώσει στην γιαγιά μαζί με τις μπανάνες μου..

Η κοπελίτσα πίσω λέει: <<Θα το πληρώσω εγώ το 1,45 >> .

Από τα ταμεία τα διπλανά σπεύδουν άνθρωποι, με πράγματα στα χέρια και τα δίνουν στην ταμία να κόψει απόδειξη για να τα πάρει η γιαγιά.Κάποιοι που έχουν πληρώσει  έρχονται και βγάζουν απο τις τσάντες διάφορα και τα αφήνουν εκεί να τα πάρει η γιαγιά που στο μεταξύ μας κοιτά όλους σάν χαμένη με τα μάτια βουρκωμένα.

Μία κυρία έρχεται και σπρώχνει ένα χαρτονόμισμα στην τσέπη της γιαγιάς,την χαιδεύει φιλικά στον ώμο και φεύγει.

Μέσα σε 5 λεπτά έχουμε γεμίσει 6 σακούλες διάφορα τρόφιμα,έχουμε πληρώσει το 1,45 και το μόνο που μένει είναι να πούμε ευχαριστώ στην γιαγιά που μας ένωσε!

Η γιαγιά μας κοιτά όλους και μάς δίνει ευχές..: << Θέλω να σας αγκαλιάσω όλους,σας ευχαριστώ,δεν είμαι ζητιάνα…δέν με φτάνει η σύνταξη μου,είμαι μόνη μου στον κόσμο…>> και αρχίζει να κλαίει.

Εγώ δεν μπορώ να με περιγράψω τώρα και δεν θέλω…Θέλω ομως να ευχαριστήσω όλους εσάς που χθές σε ενα super market,ένοιωσα πως σας ήξερα,πως υπάρχουν άνθρωποι ακόμη,πως << Γ@μώ την κρίση τους μέσα…μπορούμε να είμαστε άνθρωποι ακόμη…πάντα μπορούμε με το ελάχιστο που έχουμε να μοιραστούμε….>>

Γιαγιά σε ευχαριστώ πολύ…και δεν θα είσαι μόνη σου πλέον…Δεν φταίς εσύ για όσα περνάς…Αυτοί που φταίνε,δεν είναι και ούτε θα γίνουν ΑΝΘΡΩΠΟΙ!


Από την Gemini

Η ανθρωπιά αρνείται να ηττηθεί και να εγκαταλείψει την κοινωνία των ανθρώπων, πρέπει όμως να ωριμάσει ως έννοια μέσα στον καθένα μας. Δεν χρειάζεται εμείς ή οι συνάνθρωποί μας, να φτάσουν στην εξαθλίωση για να ενεργοποιηθεί ο ανθρωπισμός μας. Οφείλουμε να προλάβουμε, να προβλέψουμε, να προστατέψουμε και πάνω και πέρα απ' όλα, να αγωνιστούμε για τον εαυτό μας, τους αγαπημένους μας και όλους τους ανθρώπους γύρω μας!

Η απάθεια δεν είναι ουδέτερη στάση, είναι ενεργός στάση που έχει σοβαρότατες συνέπειες και κουβαλάει τεράστιες ευθύνες!

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΚΑΤΑΚΤΗΜΕΝΟΙ


Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:

Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.

Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.

Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.

Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;

Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.

Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!

Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;

Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;

Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα!

Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;

Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι». 

Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.

Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.

Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.

Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.

Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Η "ΣΩΤΗΡΙΑ" ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ...



Όταν έχεις έναν άνθρωπο δικό σου πολύ καιρό σ΄ενα νοσοκομείο, το νοσοκομείο στο τέλος γίνεται σαν σπίτι σου. Μαθαίνεις κάθε γωνιά, τα χούγια του, κρυφές γωνιές για να έχεις ησυχία, γνωρίζεις τους ανθρώπους που γυρνάνε γύρω σου, με πολλούς διηγείσαι την ιστορία σου, ακούς τη δική τους... πολύ περισσότερο αν αυτό το νοσοκομείο τυχαίνει να είναι τεράστιο πάρκο, με τα παγκάκια να γεμίζουν τις ηλιόλουστες μέρες από συγγενείς και φίλους που πίνουν το καφέ τους, λένε τα νέα τους, τρώνε κάτι στο πόδι...

Σ' ένα τέτοιο παγκάκι καθόμουν προχτές, κι είχα αφήσει κάθε σκέψη στην άκρη. Ήμουν διχασμένη ανάμεσα στα θλιβερά συναισθήματα του γιατί βρίσκομαι εκεί, και σε μια αμαρτωλή σκέψη πως γύρω μου, αυτή η κρυμμένη φύση μέσα στη τσιμεντένια πόλη ήταν τελικά μια νότα ομορφιάς. Σκεφτόμουν πως είναι τραγικό να πρέπει να περάσεις τις πόρτες σ΄αυτό το κολαστήριο για να βρεθείς ανάμεσα σε δέντρα και πράσινο, κάτι που στη πόλη μας μπορούν να απολαμβάνουν μόνοι οι "νόμιμες" πλέον βίλες και μεζονέτες των πολυτελών προαστίων, που είναι σπαρμένες θρασύτατα στους τελευταίους πόρους ζωής που απέμειναν από αποκαΐδια της αναισθησίας ενός κόσμου που νοιώθει ξεχωριστός να κοιτάζει τη δηλητηριασμένη τσιμεντούπολη από τα ψηλά...

Μια γιαγιούλα ήταν λίγο πιο κάτω από εκεί που καθόμουν με μια σακούλα κι ένα μαχαίρι. Σκυμμένη πάνω από το χορτάρι, μάζευε αγριόχορτα. Και μουρμούριζε... "πω πω τι θησαυρούς έχει εδώ, ευλογημένη γη, αυτό είναι φάρμακο..." Κι όλο μάζευε. Όταν πλησίασε τη ρώτησα τι μαζεύει.

Ξέρεις τι ποτάμια, τι νερά κυλάνε από δω κάτω παιδί μου, μου είπε. Θησαυροί. Αυτό το μέρος είναι θησαυρός. Κοίτα αυτά τα χορτάρια. Είναι φάρμακο. Γιατρικό. Τα χω  μάθει αυτά τα μέρη από όταν είχα τον άντρα μου εδώ, μήνες και πιο παλιά το πατέρα μου. Έχω ζήσει εδώ μέσα μήνες και μήνες....

Κοίταξα γύρω μου με ένα συναίσθημα να παγώνει τη ψυχή μου. Σκέφτηκα πως κάποιοι θα λιγουρεύονται σίγουρα αυτό το φιλέτο γης. Μπορεί μεθαύριο ν΄ακούσουμε πως συγχωνεύεται κι αυτό το νοσοκομείο με άλλα, για να κάνουν τον τόπο αυτό που είναι γεμάτος από πόνο και γιατρειά, πάρκο με φαστφουντάδικα και κινηματογράφους...

Το παλιό σανατόριο της Αθήνας είναι ένας τόπος περίεργος. Γεμάτος από την ανάσα της φύσης γύρω από όλους εκείνους που ανασαίνουν με σωληνάκια, με αναπνευστήρες, που δεν ανασαίνουν πια μόνοι τους, όπως όλα τα σανατόρια. Φτιαγμένο μέσα στο πράσινο που δεν τόλμησαν ακόμα οι οικοπεδοφάγοι να κάψουν. Είναι τα βόρεια προάστια των δυστυχισμένων που παλεύουν για τη ζωή τους, κι ο αγώνας των γιατρών, των νοσοκόμων που τους λείπουν υποστρώματα, καθετήρες, μάσκες, φάρμακα, εργαλεία, μηχανήματα, κρεβάτια.....

Η υγεία μαζί με τη παιδεία είναι η εικόνα μιας χώρας. Είναι τα όρια του πολιτισμού από τη βαρβαρότητα. Η ικανότητα της Πολιτείας να αποδεικνύει το επίπεδο μόρφωσής της. Η Πολιτεία μας είναι δυστυχώς άρρωστη κι αμόρφωτη μαζί. Είναι η κυνική στρίγγλα που στεναχωριέται "γιατί δεν πεθαίνουν κιόλας" η αστοιχείωτη κουτσομπόλα που ορίζει τη μόρφωσή της στα πρωινάδικα, τα σιχαμένα ριάλυτι, τις συνταγές μαγειρικής και τα ξεπουλημένα δελτία ειδήσεων.

Στην Ελλάδα του σήμερα δεν επιτρέπεται ούτε το προσωπικό δράμα να ζει κάποιος. Γιατί ακόμα κι αυτό μοιάζει εγωιστικό απέναντι στα χέρια που απλώνονται να αρπάξουν μια τσάντα με φρούτα, απέναντι στις ουρές που στοιβάζονται για ένα πιάτο φαΐ, απέναντι στα παιδιά που λιποθυμάνε νηστικά, τους γονείς που σπάνε το κεφάλι τους απελπισμένοι πως θα εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαΐ, εκείνους που δίνουν τέρμα στη ζωή τους πνιγμένοι από χρέη και τρόμο, τους αρρώστους που ψάχνουν να βρουν φάρμακα, γιατρειά ξεχασμένοι και πεταμένοι από μια κυνική εξουσία υπανθρώπων, τους νέους που μαθαίνουν να ζουν χωρίς όνειρα, και τους γέρους που σκέφτονται πια το θάνατο σαν λύτρωση......

Ναι το μόνο επιτρεπτό σ΄αυτή τη κόλαση που έχουμε πέσει είναι η γιαγιούλα με τη σακούλα με τα χόρτα. Που μπορεί ακόμα να ισορροπεί τη ζωή με το θάνατο μ΄ενα μαχαίρι. Που μπορεί να βρίσκει μια γη ευλογημένη που πάνω της πατάει ο ανθρώπινος πόνος. Κάπου σ΄αυτή τη μορφή, βγαλμένη από κάποια αρχαία τραγωδία, υπάρχει η σοφία κι η παράδοση που παραδίδεται άνευ όρων πλέον, σ΄εκείνους που ποτέ, όσο κι αν ζήσουν δεν θα δείξουν να έχουν ίχνος σοφίας κι αρετής, ούτε στα ψέμματα.....

Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα, αλλά αδύνατο να το δώσεις να το καταλάβουν υπάνθρωποι που στερούνται ψυχής και σέρνουν τα άχρηστα κουφάρια τους μέσα σε καλοσιδερωμένα κουστούμια.

Κι εσύ λαέ, με το κεφάλι σκυμμένο, εσύ που ζεις σ΄ενα τόπο γεμάτο από τη μια άκρη ως την άλλη με παραδόσεις αιώνων, με μύθους και θρύλους για το σεβασμό της ζωής και του θανάτου, μείνε άπραγος και κοίτα να σου ξεριζώνουν τα πάντα, κάθε σπόρο ζωής πάνω σ΄αυτό τον ευλογημένο τόπο, και ζήσε σε ένα αύριο που δεν θα έχεις δυνατότητα να ζήσεις τη ζωή σου, ούτε το θάνατό σου με την ελάχιστη αξιοπρέπεια. Θα υπάρχεις και θα πεθαίνεις όπως τα σφαχτά που χωρίς ενοχές βάζεις στο πιάτο σου. Αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα που ζουν στριμωγμένα, θρέφονται με σαπίλες και μπαίνουν στην ουρά για να γίνουν χάμπουργκερ στο πιάτο σου.

Η τροφική αλυσίδα στην οποία θεωρούσες πως είσαι η κορωνίδα της δημιουργίας εξαπλώνεται και στην ουρά για κάποιους, δεν είσαι τίποτα περισσότερο από ότι αυτά τα δυστυχισμένα ζώα είναι για σένα. Άρμεγμα και σφάξιμο. Ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγάλη απόδοση δικαιοσύνης της ίδιας της φύσης. Αυτής της φύσης που έκαψες, ξερίζωσες, μάρανες για να φτιάξεις το τσαρδάκι σου.... 

Γαμω το φοβο μου, γαμω.


Που λες, ειναι Κυριακη λιγο μετα τα μεσανυχτα και βρισκω τον εαυτο μου να με βριζει για τι φοβισμενος μαλακας ειμαι.

Γυρναγα σπιτι απο ενα ωραιοτατο βραδυ με πολυ καλους φιλους που μας ηρθαν επισκεψη απο μακρια. Ο καιρος, παραδοξως για Φλεβαρη, να εχει γλυκανει στους τεσσερεις πανω απο το μηδεν και το περπατημα στο Αννεξ να θυμιζει τη γλυκα που το Τοροντο ειναι τα καλοκαιρια. Εχω βγαλει που λες να καπνιζω ενα στριφτο απο τον λαθραιο μου γκολντεν βιρτζινια και σε μια φαση ακουω απο πισω να μου φωναζει καποιος “εξκιουζμι”.

Γυρναω, στα πεντε μετρα πισω μου ενας τυπος. Το πρωτο που βλεπω ειναι οτι ειναι μαυρος, γαμω το ρατσισμο μου μεσα, γαμω. Πλησιαζει και μου λεει ο ανθρωπος με συγχωρεις το ξερω οτι ειναι αγενεια να σου φωναζω ετσι να σταματησεις αλλα ρε φιλε να σου παρω ενα τσιγαρο. Τον τσεκαρω οτι δεν ειναι κανας περιεργος, γαμω το ρατσισμο μου μεσα, γαμω, σε φαση οτι δεν θα μου την πεσει να με ληστεψει, γαμω το ρατσισμο μου μεσα, γαμω. Ο τυπος με περιποιημενο ραστα και (ωραιοτατα) σοφιστικε στρογγυλα γυαλακια, οποτε ηρεμω, γαμω το ρατσισμο μου μεσα, γαμω.

Του λεω που λες και γω, σορι ρε μαν, στριφτα κανω, αμα ξερεις να στριβεις να σου δωσω. Με κοιταει, σκαει χαμογελο και μου λεει, νταξει με δουλευεις, στον καταλληλο ανθρωπο μιλας. Το υπονοουμενο για το χορτο σαφες, αλλα νταξει, στον Καναδα ειμαστε. Χαμογελαω και του πασαρω τον καπνο, τα χαρτακια και τα φιλτρακια. Μου γυρναει πισω τα φιλτρακια και στριβοντας (αρχιδια ο καταλληλος ανθρωπος, χαλια το’στριψε, αλλα αλλο το ταμπακο αλλο το χορτο αδερφε, πως να το κανουμε?) μου πιανει να μου λεει ξερεις συγνωμη αλλα μ’επιασε χαρμανιασμα που σε ειδα γιατι ειναι η γυναικα μου εγγυος και προσπαθω το’χω κοψει εδω και τεσσερεις βδομαδες. Ε, του λεω και γω, θα πρεπε να μου τα επιστρεψεις λοιπον, αφου προσπαθεις να το κοψεις, ασε με μου λεει και θελω να καπνισω.

Τον περιμενω να το στριψει, του δινω αναπτηρα, αναβει, του λεω καλο βραδυ και καλη λευτερια στη συμβια (δυσκολο το “καλη λευτερια” στα αγγλικα, κατι σε “good luck with your wife and may your kid be healthy” γαμωτο). Μου περναει και απο το μυαλο, γαμω το ρατσισμο μου μεσα, γαμω, οτι ξερεις μπορει τωρα να μου την πεσει, οποτε με τις καληνυχτες και τα ευχαριστω παρακαλω, γυρναω και επιταχυνω βημα.

Περπαταω που λες παρακατω για κανα πενταλεπτο στη λεωφορο, ευθεια. Φτανω στα φαναρια και περιμενοντας να περασω, τον ακουω παλι απο πισω μου. Πλακα εχει μου λεει, πηγαιναμε στην ιδια κατευθυνση και ομως εφυγες πιο γρηγορα. Ωχ λεω μπλεξαμε, γαμω το φοβο μου, γαμω. Αλλα νταξει ο τυπος μιλαει και δεν φαινεται επιθετικος. Περνωντας στο φαναρι μου λεει, ξερεις ημουνα πριν τρεις μηνες στην Αφρικη, απο κει ειμαι μου λεει. Πεταγομαι εγω ο εξυπνακιας, Αιθιοπια του λεω, ε? Ταιριαζε το complexion. Ναι μου λεει και το προσπερναει αερα (σωστος), και μου λεει που λες σκεφτομουνα αν ημασταν στην Αφρικη και σου ζηταγα τσιγαρο, νταξει ανθρωπινο, ξερεις βοηθαμε ο ενας τον αλλον, ναι λεω εγω, και πηγαιναμε στην ιδια κατευθυνση, ε δε θα επιταχυνε ο ενας μπροστα. Αλλα λεει σκεφτηκα μπορει ο ανθρωπος να ηθελε να ειναι μονος του.

Ενδιαφερων ο τυπος σκεφτομαι οποτε φτανοντας στην αλλη ακρη του δρομου, οπου επρεπε να παω αριστερα σταματαω και του λεω, ξερεις εγω παω κατω, ε μου λεει νταξει και απο κει σπιτι μου παει, παμε. Ωχ μπλεξαμε σκεφτομαι, γαμω το φοβο μου, γαμω. Παμε που λες παρακατω και μου λεει ξερεις αυτο ολο με εβαλε σε σκεψεις, ειναι οι διαφορετικες κουλτουρες, στην Αφρικη αλλιως, εδω αλλιως. Ε, ξεκιναω να του λεω, where I’m from we… Where are you from, με κοβει. Γκρης του λεω.

Ela re megale, Ellada?

Ασταδιαλα, γαμω το φοβο μου γαμω! Χαχα ναι ρε μεγαλε απο Ελλαδα, Αθηνα, πού τα ‘μαθες εσυ τα ελληνικα? Ημουνα μου λεει (ελληνικα) στην Αθηνα τεσσερα χρονια. Pikermi, απο το 1986 μεχρι το 1990 που εφυγα. Δουλευα λεει (ελληνικα) σε μια εταιρια (“Αθερας” ή κατι τετοιο, δεν το πιασα) που εφτιαχνε αλουμινια και τους εφτιαχνα τα ηλεκτρολογικα. Ελα ρε μεγαλε τι λες τωρα, ναι μου λεει (αγγλικα), αλλα τωρα το εχω γυρισει εντελως και δουλευω IT. Χαχα του λεω και κομπιουτερ σαιενς κανω, ναι μου λεει αλλα γαμησε τα, μας πληρωνουν peanuts, peanuts! Τους μαδερφακερς!!

Εχουμε φτασει μπροστα απο το σπιτι μου. Και ο μαλακας εγω σκεφτομαι γαμω ο τυπος, αλλα τι περιεργος, που να μπλεκεις, και που ειδε αυτος που μενω τωρα ξερωγωτι, γαμω το φοβο μου γαμω, και ενας τυχαιος τυπος στο δρομο περιεργος, γαμω το φοβο μου γαμω που πιανει κουβεντα με ξενους στο δρομο και μη μπλεκεις, γαμω το φοβο μου γαμω. Του λεω μαν εγω εφτασα σπιτι μου, αντε καλο βραδυ, χαμογελαει ο τυπος, γκουντναιτ μου λεει, ανεβαινω τα σκαλια του γυρναω kalinichta του φωναζω, kalinichta sou μου φωναζει και φευγει.

Εγω μπαινω στο σπιτι μου, κλειδωνω και σταματαω, χαμογελαω, τι ωραια πολη που ειναι το Τοροντο σκεφτομαι, ενδιαφεροντες ανθρωποι, φιλικοι και ερχεται και καλοκαιρι σε κανα τριμηνο, αχ τι γλυκα. Και συνειδητοποιω μα τι μαλακας ειμαι τελοσπαντων!!!! Γιατι δεν του πηρα τηλεφωνο, γαμω τα παιδια ηταν ο τυπος, παλληκαρι και γενναιος και αν το καλοσκεφτεις και γενναιωδορος. Συνειδητοποιω οτι τον συμπαθησα τον ανθρωπο, αλλα οτι ο φοβος, ο γαμημενος φοβος, ο γαμημενος ο γαμωρατσισμος που με γαμωδασκαλεψε ο γαμωλευκος γαμωκαναδας μου κρατησε απο το να απλωσω και γω το χερι μου οπως το απλωσε και αυτος, και που ξερεις μπορει να ηταν “the beginning of a beautiful friendship”.

Τυχαιες συναντησεις, ωραιοι ανθρωποι σε αυτην την ωραια πολη. Και γω ταμπουρωμενος πισω απο τον εαυτουλη μου, πισω απο το γαμημενο το γαμωφοβο και τον ενστικτωδη γαμωρατσισμο, να μου στερω την ανθρωπια. Ε, γαμω τη μικροαστιλα μου, γαμω. Πρεπει να μαθω να ζω, ο φοβισμενος μαλακας. Μου το λεει και ο Θηβαιος γαμωτο:

Πωπω δες τι κάνεις χάνεις
χάνεις της χαράς το νήμα
τη ζωή σου χάνεις κι ειναι κρίμα
να ‘σαι πάντα εσύ το θύμα

Στήσε πανηγύρι τώρα
Πόσα καλοκαίρια σου ‘μειναν ακόμα
που θα ξεγλιστράς
από του Χάροντα το στόμα

Ε, γαμωτο.


Το Πρώτο Θύμα της βίας


Το Πρώτο Θύμα της βίας και η Kate Upton



Με συγχωρείτε, αλλά μάλλον κάνατε λάθος.

Μάλλον θα θέλατε να δείτε τηλεόραση ή μπορεί να πήγατε να ανοίξετε την ιστοσελίδα του Πρώτου Θέμητος και κατά λάθος να βρεθήκατε εδώ.

Ίσως να μπερδευτήκατε από τον τίτλο και να ήρθατε για να κανιβαλίσετε. Ή μπορεί να σας τράβηξε η φωτογραφία, που δεν ξέρω πως βρέθηκε εκεί.

Εδώ όμως -και συγνώμη για την αναστάτωση- σκεφτόμαστε. Ναι, αυτό το πράγμα που το κάνεις με το άλλο πράγμα που έχεις μέσα στο κεφάλι σου.

Οπότε δεν έχουμε έτοιμες ιδέες για να σας μπουκώσουμε, πρέπει να περιμένετε να σιγοβράσουν –ή μπορείτε να επιστρέψετε στα ταχυφαγεία που γνωρίζετε και σας γνωρίζουν.

Θέλετε να μείνετε; Καλώς. Θα σας παρακαλέσω μόνο να κλείσετε τα κινητά σας και να ανοίξετε τα μυαλά σας, όση ώρα αντέξετε να μείνετε.

Σήμερα θα μεταφερθούμε στην Ισπανία. Σε αυτή την υπέροχη χώρα της νότιας Ευρώπης, την οποία μόλις πριν ένα μήνα ξεπεράσαμε σε ανεργία και είμαστε πλέον οι πρωταθλητές.

Όχι, μην μπερδεύεστε. Το σύνθημα «σήκωσε το, το τιμημένο, δεν μπορώ να περιμένω», αφορούσε στην Πορτογαλία και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες που έγιναν εκεί προ Κρίσης.

Και οι Πορτογάλοι PIGS είναι, αλλά οι Ισπανοί έχουν κάτι που δεν έχουν τα υπόλοιπα γουρουνάκια: Τις ταυρομαχίες.


Όπως καταλαβαίνετε -αν κάνετε μια μικρή προσπάθεια- οι ταυρομαχίες είναι οι μάχες με τους ταύρους. Ή μήπως οι μάχες των ταύρων;

Δεν ξέρω με βεβαιότητα να σας πω, οπότε ας δούμε πως γίνεται μια ταυρομαχία:

Οι κτηνοτρόφοι πληρώνονται καλά για να διασταυρώνουν τους πιο γερούς ταύρους με τις πιο ωραίες γκόμενες (αγελάδες, δεν αναφερόμαστε στο μύθο της Ευρώπης, που ακούτε από τα γεννοφάσκια σας και έχετε αρχίσει να πιστεύετε ως αληθινό).

Όταν γεννηθεί ένας «καλός» ταύρος τον προετοιμάζουν για τη δόξα.

«Για τη δόξα ποιανού;» θα με ρωτήσετε.

Μάλλον όχι του ταύρου.

Γιατί ο ταύρος έρχεται σ’ αυτή τη γη πιστεύοντας ότι θα τρώει φρέσκο χορταράκι και θα βατεύει τις αγελάδες μέχρι που να πεθάνει.

Μάλλον έρχεται σ’ αυτή τη γη χωρίς να πιστεύει τίποτα, είναι στη φύση του να τρώει χορταράκι, να βατεύει τις αγελάδες και να πεθαίνει.

Αλλά ο ταύρος έχει και κέρατα, τα οποία ο καλός θεούλης του τα έδωσε για να υπερασπίζεται το χορταράκι του και τις γυναίκες του από τους άλλους ταύρους. Μερικές φορές και για να διώχνει τους λύκους που προσπαθούν να φάνε τα παιδιά του.

Αυτά τα κέρατα μπορεί να ήταν και ένα λάθος του καλού θεούλη, αφού τα πρόβατα, για παράδειγμα, δεν εμπλέκονται σε... προβατομαχίες.


Και η πλάση θα ήταν τόσο πιο αγγελικά φτιαγμένη αν υπήρχαν μόνο πρόβατα και λύκοι.

Ας συνεχίσουμε... Στη μια μεριά της αρένας είναι, λοιπόν, αυτός ο τόσο καλοφτιαγμένος ταύρος, συνήθως μαύρος, και πάντα με μυτερά κέρατα.

Στην άλλη μεριά... Είναι ο ταυρομάχος.

Ο ταυρομάχος είναι άνθρωπος (ξέρετε, αυτά τα δίποδα και άπτερα όντα που νομίζουν ότι ολόκληρος ο πλανήτης φτιάχτηκε για να έρθουν εκείνοι και να τον καταστρέψουνε).

Ο ταυρομάχος συνήθως προέρχεται από τις λαϊκές τάξεις, που σημαίνει ότι είτε θα συνηθίσει να ζει στην ανεργία και την ανέχεια είτε θα γίνει ταυρομάχος (ή ποδοσφαιριστής της Μπαρτσελόνα) για να δοξαστεί και να τα ‘κονομήσει.


Ο ταυρομάχος μαθαίνει από μικρός -τον βοηθάει η μάνα του- ότι δεν είναι κακό να σκοτώνεις τους ταύρους, γιατί είναι ζώα και γιατί μόνο έτσι θα καταφέρουν κάτι παραπάνω (οι ταυρομάχοι, όχι οι ταύροι).

Μετά από μερικά χρόνια σωστής εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης ο ταυρομάχος μπαίνει στην αρένα, απέναντι από τον ταύρο.

Μέχρι τώρα είδαμε δύο ζώα, το ένα κυριολεκτικό, το άλλο ανθρώπινο.

Όμως πιο μεγάλη σημασία για τους αγώνες έχουν τα άλλα ζώα, οι θεατές, που γεμίζουν τις κερκίδες των καναλιών και των εφημερίδων και χειροκροτούν κάθε φορά που ο ταυρομάχος μπήγει ένα στιλέτο στο σβέρκο του ταύρου.

Γιατί αν δεν υπήρχαν αυτά τα ζώα (οι θεατές), τότε δε θα γινόντουσαν και ταυρομαχίες.

Οι θεατές, φυσικά, δεν είναι ταύροι, αλλά άνθρωποι.

Για κάποιο μυστήριο λόγο, που οι ψυχολόγοι δεν έχουν καταφέρει ακόμα να εξηγήσουν, οι άνθρωποι ηδονίζονται όταν βλέπουν τον ταύρο να σφαγιάζεται.

(Γιατί ο ταύρος πάντα σφαγιάζεται στο τέλος).


Ίσως αυτή η σφαγή να τους βοηθάει να νιώθουν ασφαλείς, αφού είναι πάντα ο ταυρομάχος που νικάει.
Ίσως αυτή η σφαγή να τους βοηθάει να ξεχνάνε τα προβλήματα τους –οικονομικής ή σεξουαλικής φύσεως.
Ίσως αυτή η σφαγή να τους κάνει να νιώθουν δυνατοί –παρότι εκείνοι δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να ζητωκραυγάζουν.

Το πρώτο θέμα πάντως είναι ότι οι θεατές γεμίζουν τις κερκίδες της αρένας και πληρώνουν για αυτά τα ταυροβαμμένα εισιτήρια.

Μήπως υπάρχει και κάτι παραπάνω ή κάτι έξω από την αρένα;

Πως αλλιώς θα υπήρχε η αρένα, αφού αυτή δεν είναι ιδιοκτησία των ταύρων ούτε των ταυρομάχων ούτε καν των θεατών.

Κάποιος κερδίζει κάτι –ή πολλά- από την αγαλλίαση που νιώθουν οι θεατές που αρκούνται στα θεάματα και ξεχνούν ότι χάνουν τον άρτο –και ας μην επεκταθούμε στα βιβλικά θέματα τύπου «ουκ επ’ άρτω», γιατί θα μας κατηγορήσετε ως πρωτοχριστιανούς.

Ας επιστρέψουμε στην ταυρομαχία και ας αφήσουμε τα βαθύτερα νοήματα να τα εξηγήσει ο εκπρόσωπος τύπου της κυβέρνησης.

Μέσα στην αρένα βρίσκεται ένας ταύρος. Απέναντι του ο ταυρομάχος που κουνάει ένα κόκκινο ύφασμα.


Καταρχάς ας ξεδιαλύνουμε μια παρανόηση: Οι ταύροι έχουν αχρωματοψία. Δεν μπορούν να δουν το κόκκινο χρώμα, γιατί ο καλός θεούλης δεν τους έφτιαξε για να κυνηγάνε κόκκινα πανιά. Τους έφτιαξε, όπως ξαναείπαμε, για να τρώνε χορτάρι και να βατεύουν τις ωραίες αγελάδες –αν και δεν ξέρω με ποιο κριτήριο επιλέγουν οι ταύροι γυναίκα.

Αλλά οι επίλεκτοι ταύροι είναι παγιδευμένοι σε μια αρένα, σε ένα μέρος χωρίς καθόλου χορτάρι και αγελάδες, και ακούνε τον κόσμο που ζητωκραυγάζει για την ανδρεία του ταυρομάχου –που κουνάει το κόκκινο ύφασμα.

Όπως είναι στη φύση τους, οι ταύροι επιτίθενται στον ταυρομάχο, για να τον διώξουν από την περιοχή τους.
Ο ταυρομάχος, όμως, κρύβει πίσω από το κόκκινο πανί ένα στιλέτο. Και το χώνει στο σβέρκο του ταύρου.
Αυτά τα στιλέτα δεν είναι φτιαγμένα για να σκοτώνουν, παρά μόνο για να βασανίζουν.

Ο ταύρος, ξαφνιασμένος, επιτίθεται ξανά –και ξανά- για να συμβεί ότι και πριν. Ένα στιλέτο στο σβέρκο του.


Μην πιστέψετε ότι είναι μια δίκαιη μάχη.
Καταρχήν πως μπορεί να είναι δίκαιη, αφού κανείς δε ρώτησε τον ταύρο αν θέλει να πάρει μέρος σ’ αυτήν.
Από την άλλη, αν τύχει ο ταύρος να είναι πιο δυνατός και γρήγορος από τον ταυρομάχο, τότε παρεμβαίνουν οι «κλόουν» της αρένας, οι οποίοι απομακρύνουν το μοχθηρό ταύρο πριν πληγώσει τον ανδρείο ταυρομάχο.

Στο τέλος κάθε αγώνα ο ταύρος, αφού πλέον δεν μπορεί να σηκωθεί, λόγω της αιμορραγίας και της εξάντλησης, θα δεχτεί τη χαριστική βολή –ένα σπαθί στο λαιμό του- για να πεθάνει.

Και τα αμελέτητα του θα τα φάνε οι διακεκριμένοι καλεσμένοι, σε σάλτσα κρασιού από τη Μάλαγα με γαρνιτούρα μαύρης τρούφας.

Ο ταύρος είναι καταδικασμένος να σφαγιαστεί, επειδή από τη φύση του –ο καλός θεούλης που λέγαμε- έχει κέρατα και δεν του αρέσει να τον κλείνουν σε μια αρένα.


Αν ήταν πρόβατο θα γλίτωνε το βασανισμό, και απλώς θα τον κούρευαν με την ψιλή ή θα του έπαιρναν το γάλα που προορίζεται για τα παιδιά του ή –στη χειρότερη περίπτωση- θα τον σκότωναν για να τον κάνουν βραστό.

Ας κλείσουμε αυτό το κείμενο με ένα μικρό κουίζ, για να δούμε τι μάθατε από την επίσκεψη μας στη χώρα του Θερβάντες.

Ποιος είναι το θύμα της ταυρομαχίας;
1)      Ο ταύρος
2)      Ο ταυρομάχος
3)      Οι θεατές
4)      Τα πρόβατα
5)      Οι ιδιοκτήτες της αρένας


Γιατί ο ταύρος έχει κέρατα;
1)      Για να ταυρομαχεί
2)      Για ομορφιά
3)      Επειδή όλες οι αγελάδες είναι πουτάνες
4)      Για να προστατεύει τον εαυτό του και να διώχνει τους αντίζηλους

Γιατί ο ταυρομάχος θέλει να σκοτώσει το ταύρο;
1)      Γιατί είναι κακός (ο ταύρος)
2)      Για να προστατέψει τον εαυτό του
3)      Γιατί είναι κακός (ο ταυρομάχος)
4)      Γιατί θέλει λεφτά και δόξα
5)      Γιατί έτσι τον έμαθαν ότι πρέπει να κάνει

Γιατί κάποιοι άνθρωποι παίρνουν τα όπλα;
1)      Γιατί είναι κακοί
2)      Γιατί θέλουν λεφτά και δόξα
3)      Για ομορφιά
4)      Γιατί είναι πρόβατα
5)      Γιατί είναι κλεισμένοι σε μια αρένα και γνωρίζουν ότι θα σφαγιαστούν


Αν απαντήσετε σωστά στις ερωτήσεις μπορείτε να κερδίσετε ένα φανταστικό (κυριολεκτικά) ταξίδι στην ηλιόλουστη Ισπανία.

Και λίγο πριν το τέλος ας αναφέρουμε μια σκέψη της Έμμα Γκόλντμαν:

«Χρειάζεται μικρότερη πνευματική προσπάθεια για να καταδικάζεις από το να σκέφτεσαι».

Και για να ζητωκραυγάζεις, ας προσθέσουμε.




Ευχαριστούμε πολύ που μας ανεχτήκατε τόση ώρα.

Ευχόμαστε σε όλους καλό σούβλισμα –λόγω του Πάσχατος- και καλά θεάματα.


(Τέλος μηνύματος. Τώρα μπορείτε να ενεργοποιήσετε το κινητό σας και να απενεργοποιήσετε το μυαλό σας.)

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Είναι οι ιδέες...


Είναι οι νεκροί, μα δεν είναι μόνο αυτοί...

Είναι η καταστροφή, οι στάχτες σαν δηλητήριο στην κάθε ανάσα μας...

Είναι τα χαμόγελα που πέθαναν στα παιδικά πρόσωπα...

Είναι τα όνειρα, τα καμένα, τα χαμένα στο αιώνιο σκοτάδι του εφιάλτη σας...

Είναι οι ζωές μας στο γκρίζο χρώμα, κάπου χαμένες στην καταχνιά του πεθαμένου κόσμου σας...

Είναι τα δάκρυα, μικρά ποταμάκια ασήκωτης πίκρας στο ανθρώπινο δέρμα, χυμένα στη γη τη δική μας...

Είναι η ελπίδα, που κείτεται πνιγμένη στα πόδια σας, όρνια...

Είναι αυτά, κι άλλα τόσα και πολλά ακόμη που με φέρνουν εδώ μπροστά σας, ορκισμένο εχθρό σας, σε έναν πόλεμο που υποτιμήσατε...

Θα είμαι κάθε φάντασμα που θα κυνηγάτε...κάθε εφιάλτης που θα δηλητηριάζει το μυαλό σας...κάθε φόβος που θα σμπαραλιάζει την ζωή σας...κάθε σπόρος που θα γεννά δικαιοσύνη...


Κάθε εχθρό σας μία φωτεινή ακτίδα θα τον έχει προετοιμάσει, θα τον έχει γαλουχήσει, θα τον έχει εμπνεύσει ... και ξέρω καλά ποιον εχθρό φοβάστε....

Δεν είναι τα κατσαρόλια με τις στρακαστρούκες, ούτε οι αδέσποτες στους τοίχους...

...είναι οι ιδέες αυτές που θα σας πνίξουν...οι ιδέες που κουβαλούν μνήμες ότι είμαστε άνθρωποι...που μας δίνουν την χαρά της ελευθερίας και της μεγαλειώδους συνάντησης με τα ιδανικά μας...

...είναι αυτή η φλόγα που φωτίζει λαμπερά πρόσωπα που δεν φοβούνται αρουραίους...

...στυγεροί υπάνθρωποι...θα χαθείτε...στη σιωπή μίας σωτήριας νύχτας...

...έτσι απλά!!!

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Τα "μαλακισμένα"


Τα «μαλακισμένα»

 

Εμείς. Είμαστε τα «μαλακισμένα» των κρατικοδίαιτων δημοσιογράφων, το κακό σπυρί της κρατικής μηχανής. Οι ανυπάκουοι. Γεννηθήκαμε πριν από λίγα χρόνια αλλά είναι σαν να ξέρουμε τον κόσμο από παλιά. Δείχνουμε μικροί και λίγοι αλλά είμαστε μεγάλοι και πολλοί. Έχουμε καθαρό κεφάλι, θάρρος και όρεξη για ζωή. Το βλέμμα μας δεν είναι πειραγμένο. Έχουμε τον τρόπο να παραμένουμε διαυγείς. Υποστηρίζουμε όσους νιώθουμε πως κέρδισαν με άξιο τρόπο την εμπιστοσύνη μας και όχι για να τιμωρήσουμε τους αντιπάλους. Στις παρέες μας δεν διηγούμαστε ιστορίες από το στρατό, ανέκδοτα του Λαζόπουλου ή πώς κατατροπώσαμε την καργιόλα στο ΙΚΑ που μας είπε να περιμένουμε στην ουρά.

Στη βιβλιοθήκη μας έχουμε βιβλία που γράφτηκαν για να διαβαστούν και να διδάξουν και όχι για να εξυπηρετήσουν. Στο τραπέζι μας έχουμε φίλους, αγάπες και ποτήρια γεμάτα καλό, φτηνό κρασί. Δεν πίνουμε από κυριλέ μπουκάλια νοθευμένα με κώνειο. Δεν βλέπουμε τηλεόραση, δεν χειροκροτούμε τους διάσημους αστέρες της πίστας με το όνομα στη μαρκίζα λαμπερό. Εμείς θαυμάζουμε τα δικά μας, ανέστια αστέρια, που στολίζουν τις νύχτες τον ουρανό και φωτίζουν όμορφα το σκοτάδι. Δεν είμαστε φανατισμένοι οπαδοί. Δεν κουνάμε σημαίες, δάχτυλα ή πολύξερα κεφάλια.

Τα αδέσποτα στους δρόμους δεν τα κλοτσάμε, σκύβουμε και τους κόβουμε ένα κομμάτι κουλούρι από εκείνο που τρώμε κι εμείς και περιμένουμε δίπλα τους μήπως πεινάνε ακόμα. Με τους μελαμψούς με το ξενόφερτο βλέμμα και τις μαϊμούδες Αρμάνι στα Προπύλαια δεν κάνουμε αστεία, παζάρια ή την πλάκα μας. Δεν νιώθουμε ανώτεροι από αυτούς. Τους κερνάμε ένα τσιγάρο και μια καλημέρα φιλική. Στα μάτια τους βλέπουμε αισθήματα και όχι τον εχθρό ή ένα παιδί.

Μπροστά στον άνθρωπο που απλώνει το χέρι διατακτικά γονατίζουμε για να μοιραστούμε αυτό που υπάρχει λέγοντας μια αυτονόητη, ανθρώπινη καλημέρα. Ακόμα και το δεσμοφύλακά μας είμαστε ικανοί να καλημερίσουμε. Πίσω από τα κάγκελα, μέσα στο μπουντρούμι. Εμείς. Οι οπαδοί μιας ουτοπίας που κάποτε θα σώσει τον κόσμο και τότε θα νιώσουμε σαν μικροί θεοί που συνεχίζουν να καυγαδίζουν με το χρόνο.

Στις διαβάσεις δεν ενοχλούμαστε από τους ανυπόμονους – είμαστε με το μέρος όσων αδημονούν. Οι αιτίες της αγανάκτησής μας είναι άλλες. Δεν μας αρέσουν οι παιδικές χαρές με το πλαστικό γκαζόν και τα αλουμινένια κάγκελα ασφαλείας. Φυτεύουμε δέντρα και φτιάχνουμε ελεύθερα περιβόλια εκεί που δεν το περιμένει κανείς. Κάνουμε αντάρτικο χαράς στο κέντρο της πόλης και βάζουμε τα παιδιά να μυρίσουν αληθινά λουλούδια, να πιάσουν χώμα, να κοιτάξουν ένα μυρμήγκι να περνά.

Ακούμε μουσικές και ζούμε ιστορίες και ζωές που μιλάνε στην καρδιά και όχι στην τσέπη μας. Οι αυτοκτονίες, οι συλλήψεις, οι μαύρες μπλούζες, τα κίτρινα έντυπα και οι παρεξηγημένες αποχρώσεις μιας πάλαι ποτέ κόκκινης ματιάς που ξεθώριασε και ακροβατεί φλερτάροντας με την αχρωματοψία είναι για μας μαστίγια που μας τσούζουν καθημερινά. Είμαστε τα αγρίμια της εποχής, που πάνω στις πλάτες μας θέλουμε να σηκώσουμε τα βάρη όλου του κόσμου. Οι ρατσιστές, οι άγριοι, οι πουλημένοι δεν θα μας εξημερώσουνε ποτέ. Επειδή νιώθουμε ικανοί. Γενναίοι. Αήττητοι.

Μπαίνουμε σε άδεια σπίτια και τα γεμίζουμε με όνειρα και ζωή. Ζωγραφίζουμε με όμορφα χρώματα τη λύπη της αδειοσύνης και του πένθους. Στα δωμάτια των έρημων σπιτιών, εκεί που κάποτε υπήρχε μόνο σιωπή και μούχλα εμείς φτιάχνουμε ήχους, εικόνες, αιτίες για μεγάλα Ναι. Οι μέρες μας μοιάζουν με ανεμοθύελλες, που σαρώνουν την αιθαλομίχλη της στέρησης. Στη θέση της ήττας θέλουμε να βάλουμε έναν γαλάζιο, ελεύθερο ουρανό. Θα γίνει! Τα συρματοπλέγματα των ισχυρών θέλουμε να τα κάνουμε οάσεις. Είμαστε ανυπάκουοι και πεισματάρηδες. Μέσα μας ξέρουμε να καιγόμαστε από ασίγαστες φωτιές. Σαν όμορφα φυτίλια που κανείς δεν κατάφερε να τα χώσει σε ένα μπουκάλι και να τα κάνει καταστροφή. Από τα δικά μας μπουκάλια ρέει η έμπνευση, το ξεδίψασμα, το γλυκό μούδιασμα της αγάπης για τη ζωή. Τους τοίχους μας στολίζουν πράσινοι κισσοί, ωραία γκράφιτι, οι στίχοι του Αναγνωστάκη, του Λειβαδίτη και της Γώγου. Όχι λογότυπα και διαφημίσεις.

Η δική μας αλητεία μοιάζει με γιορτή. Δεν ραγίζει καρδιές και τζαμαρίες. Τσακίζει τις άρρωστες προκαταλήψεις και τη βία όσων ασχημονούν. Οι εχθροί μας σπάνε την πόρτα μας, εμείς σπάμε το φόβο της εποχής μας. Εμείς. Τα «μαλακισμένα», οι καταληψίες και οι αντιρρησίες που κοιτάμε τους ανθρώπους στα μάτια, που αντιστεκόμαστε, λέμε «όχι», τρώμε ξύλο, φτύνουμε βρισιές, ενοχλούμε, υπάρχουμε! Εμείς. Που χαμογελάμε και χαιρετάμε τον κόσμο μέσα από την κλούβα, με τις χειροπέδες βραχιόλια στους ασίγαστους καρπούς, επειδή ξέρουμε πως θα νικήσουμε. Και πως η ζωή είναι μάχη, πείσμα και ελπίδα.

Εμείς. Που όταν κλαίμε, από τον ουρανό πέφτουν κατακόκκινες νιφάδες. Που στην πηχτή αιθαλομίχλη της φτώχειας δεν βλέπουμε μονάχα τη μόλυνση του περιβάλλοντος αλλά και την τελετή λήξης της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς μας. Που, παρ’ όλα αυτά, κρατάμε ζωντανή μέσα μας την ευχή αυτός ο κόσμος να αλλάξει κάποτε, παρόλους τους φόβους και τους ιερούς χρησμούς. Είμαστε οι φίλοι του Κεμάλ, αλλά δεν προχωράμε με φωτιά και με μαχαίρι στους δρόμους τα πρωινά. Δεν είμαστε νικημένα ξεφτέρια, είμαστε ανίκητοι αγωνιστές. Δεν κρατάμε ξίφη στα χέρια μας τις νύχτες, εμπιστευόμαστε μόνο τη δύναμη της σφιγμένης γροθιάς.

Εμείς. Ο αντίλαλος του τσαλαπατημένου ανίσχυρου που νιώθει και ξαναγίνεται ισχυρός. Οι διάδοχοι του χειμώνα, οι οπαδοί της άνοιξης. Ενώνουμε τις φωνές μας με τον λαθρεπιβάτη από το Πακιστάν, με τον κουρασμένο γέροντα από τα βάθη του χρόνου, με την καταπιεσμένη νοικοκυρά από το ημιυπόγειο και με το πεινασμένο παιδί από το γειτονικό σχολείο. Γινόμαστε όλοι μία και μοναδική φωνή. Τρομερή, σαν εκείνη τη λαλιά που κάποτε ξεσήκωνε καταιγίδες στην πλατεία και στα στενά. Μια φωνή που ακούγεται παντού, ταράζει, ξεβολεύει, εκνευρίζει, αντιστέκεται. Εμείς. Οι αντιρρησίες. Τα «μαλακισμένα» του 21ου αιώνα. Τα υπερβολικά. Το μπούμερανγκ στα μούτρα των ελεεινών.

 Η μόνη ελπίδα.

Πηγή: Μαρία Πετρίτση –συγγραφέας. – «Δρόμος της Αριστεράς» 19/1/2013

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Ας τους συγχωρέσουμε....





Η αλήθεια είναι ότι πρέπει ως λαός να δείξουμε μεγαλοψυχία και να συγχωρέσουμε τους αναρχικούς που είναι υπεύθυνοι για:


1. Την οικονομική καταστροφή της χώρας

2. Την εξαθλίωση του Ελληνικού λαού

3. Τους χιλιάδες πλέον αυτοκτονημένους πατριώτες μας

4. Τους εκατοντάδες χιλιάδες άνεργους και κατεστραμμένους επαγγελματίες

5. Την εθνοκτονία ενός ολόκληρου λαού


.... και πολλές ακόμη αμαρτίες που αλήθεια είναι...έχουν κάνει...


 
Εδώ είδαμε σημαίες που τις έπαιρνε ο αγέρας, υποβρύχια που μπάταραν, εθνικές καταστροφές, σκάνδαλα επί σκανδάλων .... τους αναρχικούς δεν θα αντέξουμε?


Άλλο φιλήσυχος...άλλο δούλος

Άλλο δειλός...άλλο συνετός

Άλλο πολίτης...άλλο καταναλωτής

Άλλο ανθρωπιστής...άλλο ελεήμων 

Άλλο πολιτισμένος ... κι άλλο "πολιτισμένος"


 
...και οι σφαίρες πέφτουν βροχή στον...γάμο του Καραγκιόζη!!!

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Από ποιους περιμένεις να σωθείς?

 Αλήθεια από ποιους νομίζεις ότι θα σωθείς? Από κάποιον μεγάλο ηγέτη ή από τον Θεό σου?
 Από ανθρώπους θα σωθείς...ανθρώπους απλούς σαν κι εσένα...
 Ανθρώπους που έσερναν και σέρνουν μέσα στην ιστορία την ευθύνη...
Ανθρώπους σαν κι αυτούς...

....Κοίταξέ τους!!!

 

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Ο χρόνος τελειώνει...






Δεν χρειάζεται καμία προφητική πρόβλεψη, για να ανακαλύψουμε την ημερομηνία του τέλους αυτού του κόσμου.



 Κάποιοι άνθρωποι σε όλον τον πλανήτη ήδη γνωρίζουν ότι οδεύουμε προς την καταστροφή και είναι στους δρόμους, αγωνιζόμενοι, για δικαιώματα, δικαιοσύνη, ζωή, δημοκρατία, ελευθερία.



Αυτοί οι άνθρωποι είναι η ελπίδα μας, κι αν δεν μπορούμε να είμαστε δίπλα τους, στους δρόμους της φωτιάς, ας τους συμπαρασταθούμε ηθικά με την υποστήριξή μας.


 Αυτοί οι απλοί άνθρωποι είναι οι μόνη μας ελπίδα...αυτοί πάντα ήταν!







Ο χρόνος τελειώνει....