ΕΡΤ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Απαρτχάιντ: O ρατσισμός που έγινε νόμος

 


Σαν σήμερα, στις 29 Ιουνίου 1949 η κυβέρνηση της Ν. Αφρικής απαγορεύει την τέλεση μικτών γάμων, μεταξύ λευκών και μαύρων, ξεκινώντας στην ουσία την εφαρμογή του ρατσιστικού νόμου, με το όνομα Απαρτχάιντ. Ο όρος Aπαρτχάιντ σημαίνει στην τοπική διάλεκτο «διαχωρισμός» και επιβλήθηκε από την κυβέρνηση σε όλα τα επίπεδα της ζωής, από την παιδεία ως την υγεία, ενώ όσοι αντιστάθηκαν έχασαν τη ζωή τους ή κλείστηκαν στη φυλακή για δεκαετίες.
Οι μαύροι πολίτες στερήθηκαν την ιθαγένειά τους, παίρνοντας νομικά την ιθαγένεια μιας εκ των δέκα αυτοδιοικούμενων περιοχών που χωρίστηκαν με βάση τη φυλή. Η κυβέρνηση εφάρμοσε το διαχωρισμό σε όλα τα επίπεδα της ζωής των ανθρώπων: στην παιδεία, την ιατρική φροντίδα και τις δημόσιες υπηρεσίες και, φυσικά, ήταν οι μαύροι αυτοί που λάμβαναν τις χειρότερες υπηρεσίες, σε σχέση με τους λευκούς.

Οι γάμοι μεταξύ ατόμων διαφορετικής φυλής απαγορεύονται τον Ιούνιο του 1949 ενώ οι θέσεις εργασίας διαχωρίζονται επίσης ανάλογα προς τη φυλή. Η μη συμμόρφωση με το νόμο σήμαινε σκληρό θάνατο για όποιον το αποτολμούσε ενώ οι μαύροι πολίτες ήταν υποχρεωμένοι να φέρουν μαζί τους βιβλιάριο με δαχτυλικά αποτυπώματα, φωτογραφία και πληροφορίες για τις περιοχές στις οποίες τους επιτρεπόταν η είσοδος.

Το Απαρτχάιντ προκάλεσε έντονη εσωτερική αντίσταση. Μια σειρά από εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες προκάλεσαν την απαγόρευση της αντιπολίτευσης και οι ηγέτες της οδηγήθηκαν στη φυλακή. Η αντίσταση διαδόθηκε σε ολόκληρη τη χώρα και έγινε πιο βίαιη, ενώ η κυβέρνηση απάντησε με αυξανόμενη καταπίεση και βία.

Το 1953 με νέους νόμους δίνεται η εξουσία στην κυβέρνηση να κηρύσσει με αυστηρότητα κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και να εντείνει τα αντίποινα προς όσους διαμαρτυρόταν ή υποστήριζαν την ανάκληση του Απαρτχάιντ. Οι ποινές περιλάμβαναν πρόστιμα, φυλάκιση και μαστίγωση.

Το 1960, μεγάλος αριθμός μαύρων πολιτών αρνείται να μεταφέρει τα βιβλιάρια «πάσου». Η κυβέρνηση κηρύσσει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης η οποία διήρκεσε 156 μέρες, αφήνοντας πίσω της 69 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες.

Η κυβέρνηση κατέφευγε συχνά στις «καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης», χωρίς φειδώ μέχρι το 1989, κατά τη διάρκεια των οποίων ο καθένας μπορούσε να συλληφθεί χωρίς να του απαγγελθεί κατηγορία και να φυλακισθεί για διάστημα έως και 6 μηνών. Χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν κατά την προφυλάκιση, συχνά μετά από φρικτά βασανιστήρια. Όσοι δικάστηκαν καταδικάστηκαν σε θάνατο, εξορίστηκαν ή καταδικάστηκαν σε ισόβια φυλάκιση, όπως ο Νέλσον Μαντέλα.

Οι μεταρρυθμίσεις του Απαρτχάιντ που έγιναν το 1980 δεν ικανοποίησαν την διογκούμενη αγανάκτηση και αντίδραση και το 1990 ο πρόεδρος Frederik Willem de Klerk ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του ρατσιστικού νόμου, με αποκορύφωμα τις πολυ-φυλετικές δημοκρατικές εκλογές του 1994, τις οποίες κέρδισε το κόμμα του Νέλσον Μαντέλα, Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο.

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Γενοκτονία

Οι Ευρωπαίοι έποικοι έφτασαν στην Τασμανία, ένα νησί ίσης έκτασης με την Ιρλανδία, το 1800. Εκεί ζούσαν περίπου 5.000 Τασμανοί, σε απόλυτη απομόνωση από κάθε άλλη ανθρώπινη επαφή για 10.000 χρόνια. Ήταν κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες και δεν διέθεταν μεταλλικά εργαλεία, γεωργία, κτηνοτροφία και γραπτή γλώσσα.

Μόλις οι λευκοί βρέθηκαν εκεί ξεκίνησαν να τους εξοντώνουν. Οι ιθαγενείς είχαν επικηρυχτεί από τις αρχές: 5 λίρες για κάθε ενήλικο και 2 για κάθε παιδί.

Το 1876 πέθανε η τελευταία Τασμανή, η Truganini.

Αυτή ήταν σίγουρα μια γενοκτονία. Το γένος των Τασμανών δεν υπάρχει πια.

Στην Αυστραλία οι έποικοι έφτασαν το 1788. Εκεί ζούσαν περίπου 300.000 Αβορίγινες. Το 1921 είχαν μείνει μόνο 60.000. Είναι αυτό γενοκτονία;

Πως μπορούμε να ορίσουμε επακριβώς τι είναι γενοκτονία και τι όχι; Εξαρτάται απ’ τον αριθμό των ανθρώπων που σκοτώνονται ή από την αιτία για την οποία σκοτώνονται;

«Στη γενοκτονία τα θύματα επιλέγονται επειδή ανήκουν σε κάποια ομάδα. Όσο για το καθοριστικό χαρακτηριστικό της ομάδας, αυτό μπορεί να είναι φυλετικό (εξολόθρευση μαύρων Τασμανών από λευκούς Αυστραλούς), εθνικό (θανάτωση λευκών Σλάβων -των Πολωνών αξιωματικών στο Κατίν, το 1940-  από λευκούς Ρώσους), εθνοτικό (αλληλοεξόντωση των Χούτου και Τούτσι, δύο ομάδων μαύρων Αφρικανών), θρησκευτικό (αλληλοεξόντωση μουσουλμάνων και χριστιανών στο Λίβανο) ή πολιτικό (εκκαθαρίσεις Καμποτζιανών από τους ερυθρούς Χμερ).»

Η πρόθεση έχει σημασία;

«Μετράει ως γενοκτονία ο μαζικός θάνατος ανθρώπων ως αποτέλεσμα σκληρών πράξεων που δεν είχαν σχεδιαστεί ειδικά για να τους σκοτώσουν;»

Η τελευταία Τασμανή
Η τελευταία Τασμανή

Οι Ινδιάνοι Τσόκτο, Τσεροκί και Κρικ στις ΗΠΑ, υποχρεώθηκαν δια της βίας να μετεγκατασταθούν. Καθώς δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για τρόφιμα και ρουχισμό πολλοί από αυτούς πέθαναν καθ’ οδόν.

Αυτό το «ατυχές» γεγονός είναι γενοκτονία;

Ο αντιπρόσωπος της Βραζιλίας στα Ηνωμένα Έθνη αντέκρουσε τις κατηγορίες περί γενοκτονίας των Ινδιάνων του Αμαζονίου ως εξής: «Απουσίαζαν ο δόλος και το κίνητρο που απαιτούνται ώστε το συμβάν να χαρακτηριστεί γενοκτονία. Τα εγκλήματα διαπράχτηκαν για καθαρά οικονομικούς λόγους. Οι αυτουργοί (ιδιωτικές εταιρείες) είχαν αποκλειστικό στόχο να ιδιοποιηθούν τη γη των θυμάτων τους (όχι να τους εξολοθρεύσουν).»

Αν μια πρόκληση ακολουθείται από μαζικά αντίποινα, πως αποφασίζουμε πότε «απλά» αντίποινα μετατρέπονται σε γενοκτονία;

«Το 1945, στην Αλγερία, στη διάρκεια φυλετικών συγκρούσεων οι Αλγερινοί σκότωσαν 103 Γάλλους.

Οι Γάλλοι αντέδρασαν βάναυσα: Αεροπλάνα ισοπέδωσαν σαράντα τέσσερα χωριά, ένα καταδρομικό βομβάρδισε παράκτιες πόλεις, οι στρατιώτες σκότωναν αδιακρίτως όποιον συναντούσαν.

Οι νεκροί Αλγερινοί ανήλθαν στις 50.000»

Αντίστοιχα, ήταν ο βομβαρδισμός της Δρέσδης γενοκτονία; Οι ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι; Ή μήπως ο πόλεμος δικαιολογεί το βομβαρδισμό κατοικημένων περιοχών;

Το Ολοκαύτωμα κατέχει περίοπτη θέση ανάμεσα στις γενοκτονίες εξαιτίας της μεθοδικότητας, της «επιστημονικότητας», με την οποία συντελέστηκε.

«Όμως η μεγαλύτερη καταγεγραμμένη γενοκτονία της ιστορίας, με τα θύματα να εκτιμώνται σε 20 εκατομμύρια κατά τη δεκαετία 1929-1939, είναι αυτή που διέπραξε η κυβέρνηση της ΕΣΣΔ κατά πολιτικών της αντιπάλων, μέσα στην ίδια τη χώρα.»

images 

Οι 10.000 αντιφρονούντες (οι εξαφανισμένοι-desaparecidos) που εκτελέστηκαν από τον αργεντινό στρατό, από το 1976 έως το 1983, συνιστούν μια γενοκτονία;

Οι 4.000 Έλληνες που έχουν αυτοκτονήσει τα τελευταία χρόνια λόγω οικονομικών προβλημάτων, οι ασθενείς που απεβίωσαν επειδή δεν είχαν ιατρική ασφάλιση ή επειδή τα νοσοκομεία δεν μπορούσαν να τους φροντίσουν, είναι θύματα μιας γενοκτονίας;

Η παραδοχή του ΔΝΤ ότι έσφαλλε στα οικονομικά μέτρα που επιβλήθηκαν (οπότε δεν το έκανε από δόλο) το απαλλάσσει από κάθε ευθύνη;

Η επιμονή των κυβερνώντων να συνεχίσουν αυτά τα οικονομικά μέτρα τους καθιστά ηθικούς αυτουργούς μιας γενοκτονίας; Ή πρέπει τα θύματα να φτάσουν το ένα εκατομμύριο για να την δούμε ως τέτοια;

«Μετράει ως γενοκτονία ο μαζικός θάνατος ανθρώπων ως αποτέλεσμα σκληρών πράξεων που δεν είχαν σχεδιαστεί ειδικά για να τους σκοτώσουν;»

(Τα παραδείγματα προέρχονται από το εξαιρετικό βιβλίο του Jared Diamond, «Ο Τρίτος Χιμπαντζής», εκδόσεις Κάτοπτρο. Το αναφέρω σε περίπτωση που κάποιοι διαμαρτυρηθούν επειδή δεν μνημονεύονται οι πορείες θανάτου προς τα βάθη της Τουρκίας, η γενοκτονία των Ποντίων, των Αρμενίων ή των Παλαιστινίων, καθώς κι εκείνη της Μιλήτου.)

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

ΠΑΤΡΙΩΤΗ Η ΡΕΠΟΥΣΗ ΣΕ ΠΕΙΡΑΞΕ;

kartesios030613

Γιατί πατριώτη σε πείραξε η Ρεπούση και δε σε πείραξε ο παλαβός που λέει ότι οι Έλληνες κατάγονται από τους Ελ, τους Ζελ, τους Μπελ, τις σκουληκότρυπες και τους εξωγήινους; Επειδή η Ρεπούση είναι βουλευτής; Μα και τα βιβλία με τις παπαριές του παλαβού για τους εξωγήινους, ο αγαπημένος σου βουλευτής τα πουλούσε από την τηλεόραση και εσύ τα αγόραζες.

Σε πείραξε η Ρεπούση και σε έθιξε επειδή είναι βουλευτής; Κι ο Ταμήλος ο «τα πρρρρρρράιτα» βουλευτής είναι. Εσύ έστειλες τους Ταμήλους στη Βουλή. Όλους αυτούς που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να πληρώνονται με τη λέξη. Και μάλιστα όχι για κάθε λέξη που λένε, αλλά για κάθε λέξη που ακούνε. Έχουν τιμοκατάλογο λέξεων για την πάρτη τους κι εσένα σ’ έχουν γραμμένο. Αλλά αντί να ντρέπεσαι επειδή ψήφισες Ταμήλους, θυμώνεις με την Ρεπούση.

Και για πες μας, τόσο αδύναμη νιώθεις, πατριώτη, την ιστορία των προγόνων σου, που φοβάσαι μη στην καταργήσει μια Ρεπούση; Ό,τι θέλει λέει, όπως ο καθένας έχει το δικαίωμα να λέει την άποψή του. Αν θες γέλα, αλλά προς Θεού, μη δηλώνεις προσβεβλημένος. Ειδικά τώρα!

Ειδικά τώρα που η κυβέρνηση που ψήφισες και στηρίζεις σε ξεφτιλίζει καθημερινά. Σε φτύνει. Σε δουλεύει. Σε κόβει σε κομματάκια. Στέλνει μετανάστες τα παιδιά σου. Αρπάζει τη σύνταξή σου. Κλέβει το σπίτι σου. Δε ντρέπεσαι που ψήφισες τον Σουλτάνο που σε γεμίζει χαράτσια, αλλά σε πείραξε η Ρεπούση;

Πατριώτη, άσχημα τα νέα. Άσε τη Ρεπούση να λέει τα δικά της. Οι καταγεγραμμένες μαρτυρίες της εποχής λένε ότι πράγματι οι γυναίκες  πήδηξαν στο Ζάλογγο. Όμως δεν ήταν σαλεμένες για να φουντάρουν σε γκρεμούς χορεύοντας. Απεγνωσμένες ήταν. Ήταν η τελευταία τους λύση να πάρουν τα μωρά τους αγκαλιά και να πηδήξουν. Ούτε χαρούμενες ήταν, ούτε το γιόρταζαν. Δεν ήταν χορός, αυτοκτονία ήταν. Αλλά επειδή η λέξη είναι βαριά το κάναμε «χορό» για να καταπίνεται ευκολότερα. Κι εσύ πατριώτη, που θυμώνεις όταν σου προσβάλλουν την αυτοκτονία των γυναικών στο Ζάλογγο, είσαι ο ίδιος που λες «μαλάκα», «ψώνιο» και «χαζό» όποιον αυτοκτονεί σήμερα, επίσης από απόγνωση.

Πατριώτη, βρίζεις την Ρεπούση για όσα λέει, αλλά ανέχεσαι υπομονετικά την κυβέρνηση και τους βουλευτές της για όσα σου κάνουν. Και σ’ έχουν κάνει Αθανάσιο Διάκο. Σε παλούκωσαν και σε σουβλίζουν. Όμως τσιμουδιά δε βγάζεις. Τη μισή οργή να είχες για όσα σου κάνουν από αυτή που έχεις για όσα λέει η Ρεπούση, μια χαρά θα ήμασταν.

Αλλά, πατριώτη, να σου πω τι κατάλαβα; Ντρέπεσαι τόσο πολύ για το παρόν σου που ξεσπάς σε όσους θίγουν το παρελθόν σου. Όμως αν το παρελθόν σου είναι τόσο ένδοξο και ηρωικό, πατριώτη, να ξέρεις ότι ντρέπεται διπλά για σένα. Η Ρεπούση  και η κάθε Ρεπούση λέει όσα λέει και κάνει τη δουλειά της. Το κακό είναι ότι κι εσύ τη δική της δουλειά κάνεις. Ασχολείσαι με τη Ρεπούση κι αφήνεις το λεφούσι που ψήφισες να λεηλατεί ανενόχλητο. Πατριώτη, η Ρεπούση είναι η πολυτέλεια της κατάντιας που σου εξασφάλισαν. Και δεν είναι καιρός για πολυτέλειες.

Πατριώτη, όσο δεν παλεύεις για το μέλλον σου και βολεύεσαι να κάνεις τον εξοργισμένο επειδή σου πείραξαν το παρελθόν, δυο πλευρές βολεύεις. Την κυβέρνηση και τους χρυσαυγίτες. Αν το έχεις επιλέξει, το καταλαβαίνω. Αν δεν το έχεις επιλέξει αλλά σε πήρε το ρεύμα, βρες από κάπου να κρατηθείς και ξεκίνα να κυνηγάς αυτούς που ξεπούλησαν την ελευθερία σου. Γιατί διαφορετικά, παρελθόν θα έχεις, χώρα δε θα έχεις.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Η νύχτα που η Τιενανμέν βάφτηκε κόκκινη


Eίκοσι τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τα γεγονότα στην πλατεία της Τιενανμέν που συγκλόνισαν την ανθρωπότητα. Η 4η Ιουνίου του 1989 πέρασε για πάντα στην ιστορία ως η μέρα που γράφτηκε η «Τραγωδία της Τιενανμέν».

Ιστορική συγκυρία

Τη δεκαετία του ’80, ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τα κομουνιστικά κράτη. Το φάντασμα της Περεστρόικα, του «εκσυγχρονισμού» των κομουνιστικών κρατών στα δυτικά πρότυπα. Βασικός εκφραστής αυτής της πολιτικής σκέψης ήταν ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης από το 1985, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Αυτός ο δυτικού τύπου «εκσυγχρονισμός» εξελίσσεται με βάση τη «θεωρία του ντόμινο». Ο κομουνιστικός κόσμος τίθεται αναπόφευκτα σε σύγκριση με τον καπιταλισμό της αφθονίας υλικών αγαθών και των, εν μέρει, πολιτικών ελευθεριών. Οι κοινωνικές αναταράξεις στα κομουνιστικά κράτη ταυτίζονται συχνά με την αντεπανάσταση. Η κομουνιστική Κίνα δεν θα μπορούσε να απέχει από αυτή την πραγματικότητα της δεκαετίας του ’80. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις φαντάζουν επιτακτικές και ο Ζάο Ζιγιάνγκ πρωθυπουργός και Γενικός Γραμματέας του ΚΚΚ είναι το πρόσωπο που ταυτίζεται με τον εκσυγχρονισμό. Στο πλευρό του τάσσεται όλο το κομουνιστικό κόμμα με την προϋπόθεση να μην υπάρξει αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος.

Βρόγχος στο λαό

Η προσπάθεια εγκαθίδρυσης μιας καπιταλιστικής οικονομικής δομής έχει δημιουργήσει μεγάλες οικονομικές αντιθέσεις και ανέχεια στο κινεζικό λαό. Αυτό όμως δεν αποτελεί το βασικό πρόβλημα. Ο λαός και κυρίως ο ασυμβίβαστος φοιτητικός κόσμος ασφυκτιούσε από την έλλειψη δημοκρατικών θεσμών και την καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτά κατέβηκαν να διεκδικήσουν οι φοιτητές έναν Απρίλη, πριν από 20 χρόνια, και ήταν αποφασισμένοι να τα αποκτήσουν.

Η αρχή...

Όλα ξεκίνησαν στις 15 Απριλίου του 1989 στη μεγαλύτερη πλατεία του κόσμου. Στο σύμβολο του Μαοϊκού καθεστώτος. Στη «πύλη της ουράνιας Γαλήνης», την πλατεία Τιενανμέν. Χιλιάδες φοιτητές έχουν καταλάβει τη πλατεία. Στόχοι τους, η πολιτική ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Απέναντί τους αρχικά ήταν ο μεταρρυθμιστής Ζάο Ζιγιάνγκ. Ο Ζιγιάνγκ πίστευε σε αυτή τη γενιά, άλλωστε μοιραζόντουσαν την ίδια αγωνία, τον εκδημοκρατισμό της Κίνας. Αυτό το κοινό σημείο είναι που τον οδήγησε στις 19 Μαΐου, μπροστά τους, στην ίδια πλατεία, στην Τιενανμέν. «Δεν είστε σαν κι εμάς, εμείς είμαστε όλοι γέροι, για μας πλέον δεν έχει καμιά σημασία» θα τους πει και θα ζητήσει να δώσουν τέλος στην εξέγερσή τους καλώντας τους σε διάλογο και πρόθυμος να αναγνωρίσει τα σφάλματά της διακυβέρνησης του. Όμως αυτοί ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν. Δεν είχαν πειστεί από τις προθέσεις της ηγεσίας. Ζούσαν τη δική τους «άνοιξη», την «άνοιξη της Κίνας». Η στάση που κράτησε ο Ζάο Ζιγιάνγκ απέναντι στους φοιτητές, γίνεται η αιτία να τεθεί από την επιτροπή ΚΚΚ σε κατ’ οίκον περιορισμό μέχρι τον θάνατό του και η άρνηση των φοιτητών θα γίνει η αιτία για να γραφτεί μια τραγωδία που θα σημαδέψει την παγκόσμια ιστορία των κοινωνικών εξεγέρσεων.

Η τραγωδία της 4ης Ιουνίου

Είχαν περάσει έξι εβδομάδες από την πρώτη μέρα που οι φοιτητές είχαν καταλάβει την Τιενανμέν. Το κομουνιστικό καθεστώς είχε δείξει μια πρωτόγνωρη, για τα δεδομένα του, ανοχή. Πλέον οι φοιτητές δεν έχουν απέναντι τους έναν μεταρρυθμιστή, αλλά ένα σκληρό καθεστώς που αβάσιμα χαρακτηρίζει την εξέγερση τους ως «αντεπαναστατική αναταραχή». Το απόγευμα της 3ης Ιουνίου, βγαίνει ανακοίνωση που ζητάει από τους πολίτες να παραμείνουν στα σπίτια τους και τους ενημερώνει πως μια ομάδα αντεπαναστατών έχει εξεγερθεί στο κέντρο του Πεκίνο. Το βράδυ, στρατιώτες και  άρματα κάνουν την εμφάνιση τους.

Τα μεσάνυχτα, 4 Ιουνίου του 1989, δίνεται η διαταγή για επέμβαση. Οι φοιτητές πιασμένοι σε αλυσίδες τραγουδούν τον ύμνο της “Τρίτης Διεθνούς” μπροστά από φλεγόμενα λεωφορεία και αυτοκίνητα που έχουν στηθεί για οδοφράγματα. Ο δημοσιογράφος Richard Roth του CBS βρίσκεται στον αέρα “Ακούτε τους πυροβολισμούς! Πρέπει να φύγουμε από εδώ! Επιτίθενται και σε μας!”. “Θα φύγω, θα φύγω!” Φώναξε σε έναν στρατιώτη. Οι ριπές διέκοψαν την σύνδεση. Η επέμβαση μόλις είχε αρχίσει. Οι σκηνές φρίκης που θα ακολουθήσουν θα στιγματίσουν για πάντα το καθεστώτος της Κίνας και θα συγκλονίσουν την ανθρωπότητα. Ο στρατός ρίχνει προς όλες τις κατευθύνσεις προκαλώντας το χάος. Κάποιοι διαδηλωτές οπλισμένοι με ό,τι βρίσκουν μπροστά τους πέτρες, ξύλα, σίδερα προσπαθούν να απαντήσουν, άλλοι τρέχουν να σωθούν και οι υπόλοιποι με αυτοσχέδια φορεία μαζεύουν τα πρώτα θύματα της τραγωδίας. Χιλιάδες θα συλληφθούν, ενώ άγνωστος παραμένει ο αριθμός των νεκρών. (Ο Ερυθρός Σταυρός της Κίνας κάνει λόγο για 2.400 νεκρούς, ενώ οι επίσημες αρχές αναφέρουν 241) Εκείνο το βράδυ το καθεστώς έβαζε τέλος στα όνειρα των φοιτητών για  εκδημοκρατισμό και αποκαθήλωση της νομεκλατούρας.

Είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα

Είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, η Κίνα έχει μετατραπεί σε έναν οικονομικό γίγαντα που ελάχιστη σχέση έχει με κομουνιστικό κράτος αν και στην ηγεσία παραμένει το ΚΚΚ. Τα συνθήματα που μιλούσαν για πολιτική ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα παραμένουν επίκαιρα όμως ο λαός έχει αφεθεί στο όνειρο της αφθονίας που απλόχερα χαρίζει ο καπιταλισμός. Το ’89 η καταστολή επιτεύχθηκε με τα τανκς, σήμερα αρκεί το αμερικανοευρωπαϊκό όνειρο. Τώρα πια οι φοιτητές μπορούν με ευκολία να φλερτάρουν με τη δύση και έχουν καταχωνιάσει εκείνες τις μέρες σε κουτάκια της κόκα κόλα και σε φανταχτερούς Ολυμπιακούς αγώνες που «αποδεικνύουν» την ανωτερότητα της Κίνας, όμως κάθε χρόνο την 4η Ιουνίου οι μνήμες του 1989 θα επιστρέφουν για να κρατούν ζωντανή τη σημασία της ημέρας που γράφτηκε η «τραγωδία της Τιενανμέν».

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Η πρώτη πράξη αντίστασης


Στα τέλη Μαΐου του 1941 είχε συμπληρωθεί ένας μήνας από την παράδοση της Αθήνας στους Γερμανούς, που ολοκλήρωναν τις επιχειρήσεις τους στην Ελλάδα με την κατάληψη της Κρήτης. Ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας ήταν δύο νεαροί φοιτητές, που δάκρυζαν, όπως και χιλιάδες Αθηναίοι, βλέποντας τη γερμανική σβάστικα να κυματίζει στην Ακρόπολη. Το χιτλερικό σύμβολο προκαλούσε την ελληνική υπερηφάνεια. Έπρεπε, λοιπόν, να κατέβει…

Το παράτολμο σχέδιο γεννήθηκε στο μυαλό τους ένα ανοιξιάτικο σούρουπο στο Ζάππειο, καθώς αντίκριζαν την Ακρόπολη και στρώθηκαν στη δουλειά για να το υλοποιήσουν. Πήγαν στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβασαν ό,τι σχετικό με τον Ιερό Βράχο. Στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια ανακάλυψαν όλες τις σπηλιές και τις τρύπες της Ακρόπολης. Γρήγορα, αντιλήφθηκαν ότι η μόνη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσουν για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους γερμανούς φρουρούς ήταν μέσω του Πανδρόσειου Άντρου.

Όταν ο Μ. Γλέζος και ο Λ. Σάντας ταπείνωσαν τη ναζιστική Γερμανία

Το πρωί της 30ης Μαΐου 1941, ο Γλέζος και ο Σάντας πληροφορήθηκαν από το ραδιόφωνο ότι η Κρήτη είχε πέσει. Οι Γερμανοί με προκηρύξεις κόμπαζαν για το κατόρθωμά τους. Οι δύο νέοι αποφάσισαν να δράσουν το ίδιο βράδυ. Όπλα δεν είχαν, παρά μόνο ένα φαναράκι κι ένα μαχαίρι. Η ώρα είχε φθάσει 9:30 το βράδυ. Η μικρή φρουρά της Ακρόπολης ήταν μαζεμένη στην είσοδο των Προπυλαίων και διασκέδαζε με νεαρές Ελληνίδες, που πουλούσαν τον ερωτά τους, πίνοντας μπίρες και μεθοκοπώντας.

Με άγνοια κινδύνου, πήδηξαν τα σύρματα, σύρθηκαν ως τη σπηλιά του Πανδρόσειου Άντρου και άρχισαν να σκαρφαλώνουν από τις σκαλωσιές, που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι για τις ανασκαφές. Φθάνοντας σε απόσταση ολίγων μέτρων από τον ιστό της σημαίας δεν αντιλήφθηκαν κανένα φρουρό και με γρήγορες κινήσεις κατέβασαν από τον ιστό το μισητό σύμβολο του ναζισμού. Ήταν μία τεράστια σημαία, διαστάσεων 4x2 μ. Είχαν φθάσει πια μεσάνυχτα. Οι δύο «κομάντος» δίπλωσαν και πήραν μαζί τους τη σημαία και ακολουθώντας το ίδιο δρομολόγιο απομακρύνθηκαν από την Ακρόπολη, χωρίς και πάλι να γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς, που συνέχιζαν τη διασκέδασή τους.

Με έκπληξη η γερμανική φρουρά αντιλήφθηκε νωρίς το πρωί ότι η σβάστικα έλειπε από τον ιστό. Οι γερμανικές αρχές πανικοβλημένες διέταξαν ανακρίσεις. Μόλις στις 11 το πρωί ανάρτησαν μια νέα σημαία στον κενό ιστό.

Γλέζος και Σάντας καταδικάσθηκαν ερήμην σε θάνατο, οι άνδρες της φρουράς εκτελέστηκαν, οι Έλληνες διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιοχής απαλλάχθηκαν από τα καθήκοντά τους, ενώ για τους φύλακες της Ακρόπολης δεν προέκυψε κάποιο ενοχοποιητικό στοιχείο.

Η υποστολή της σβάστικας από την Ακρόπολη αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη αντιστασιακή πράξη στην κατεχόμενη Αθήνα, μία ενέργεια με συμβολικό χαρακτήρα, αλλά τεράστια απήχηση στο ηθικό των δοκιμαζόμενων Ελλήνων. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς ιδρύθηκαν οι δύο μεγάλες αντιστασιακές οργανώσεις ΕΑΜ και ΕΔΕΣ.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Μανώλης Γλέζος συνελήφθη τρεις φορές από τους Γερμανούς, φυλακίστηκε και κατόρθωσε να δραπετεύσει, ενώ ο Λάκης Σάντας ξέφυγε από τους διώκτες του και κατετάγη στον ΕΛΑΣ.

ΠΗΓΗ: sansimera.gr

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Σαν σήμερα οι Ελληνίδες αποκτούν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι


Στις 28 Μαΐου 1952 ο νόμος 2159, κατοχυρώνει το δικαίωμα της γυναίκας όχι μόνο να εκλέγει, αλλά και να εκλέγεται στις Δημοτικές και Βουλευτικές εκλογές. Παρόλα αυτά, οι Ελληνίδες δεν μπορούν να ψηφίσουν στις εκλογές του Νοέμβρη που ακολουθεί, αφού δεν έχουν ενημερωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι. Στις επαναληπτικές εκλογές, ωστόσο, λίγους μήνες αργότερα, εκλέγεται στη Θεσσαλονίκη πρώτη γυναίκα βουλευτής στην ιστορία της Ελλάδας, η Ελένη Σκούρα.


Το 1844 πραγματοποιείται η Α΄ Εθνοσυνέλευση και ψηφίζεται το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας, το οποίο ορίζει στο άρθρο 3 ότι « οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου», ξεχνώντας παντελώς να αναφέρει τον υπόλοιπο πληθυσμό, ήτοι τις Ελληνίδες, οι οποίες είχαν μάλιστα προσφέρει ουκ ολίγα στον πόλεμο για την ανεξαρτησία από τον οθωμανικό ζυγό. Έτσι, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘20 θεωρούνταν δεδομένο ότι μόνον οι άνδρες είχαν δικαίωμα να μετέχουν στις εκλογικές διαδικασίες, ενώ η γυναικεία ψήφος θεωρείτο «πράγμα επικίνδυνον, άρα αποκρουστέον».

Το 1921 ο πρωθυπουργός Γούναρης επαναφέρει στη Βουλή την πρόταση για ψήφο των γυναικών αλλά προκαλούνται βίαιες αντιδράσεις από πολλούς πολέμιους της ιδέας. Η πρόταση επιστρέφει εκ νέου το 1924 και μετά από ακόμα πέντε χρόνια διαμάχης, υπερψηφίζεται και με Προεδρικό Διάταγμα. Στις 5 Φεβρουαρίου 1930, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα (μόνο) του εκλέγειν για τις Ελληνίδες.

Δεν έλειπαν ωστόσο οι περιορισμοί, αφού το δικαίωμα ψήφου ίσχυε μόνο για τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές και αφορούσε μόνο στις εγγράμματες γυναίκες, που είχαν συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας τους. Έτσι, για πρώτη φορά οι γυναίκες ψήφισαν στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934. ΟΙ προκαταλήψεις, η μη εγγραφή στους καταλόγους και ο μεγάλος αριθμός αναλφάβητων γυναικών έχει ως αποτέλεσμα να ψηφίσουν μόλις 240 – 480 κυρίες.

Η Ελληνική Βουλή ψηφίζει το νόμο 2159 στις 28 Μαΐου 1952 ο οποίος παραχωρεί ίσα πολιτικά δικαιώματα στις γυναίκες. Ωστόσο δεν ασκείται το δικαίωμα στις προσεχείς εκλογές του Νοεμβρίου αφού δεν είχαν ενημερωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι. Λίγους μήνες αργότερα, όμως, σε επαναληπτικές εκλογές που διεξήχθησαν στη Θεσσαλονίκη, εξελέγη η πρώτη γυναίκα βουλευτής. Πρόκειται για την Ελένη Σκούρα, του Ελληνικού Συναγερμού, η οποία μαζί με την Βιργινία Ζάννα, του Κόμματος Φιλελευθέρων, υπήρξαν οι πρώτες γυναίκες υποψήφιες για το βουλευτικό αξίωμα.

Σε βουλευτικές εκλογές, οι Ελληνίδες ψήφισαν για πρώτη φορά στις 19 Φεβρουαρίου 1956, οπότε η Λίνα Τσαλδάρη της ΕΡΕ και η Βάσω Θανασέκου της Δημοκρατικής Ένωσης κέρδισαν την είσοδό τους στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Μάλιστα η Λίνα Τσαλδάρη έγινε και η πρώτη γυναίκα υπουργός, αναλαμβάνοντας το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στην κυβέρνηση Καραμανλή. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια χρονιά εξελέγη και η πρώτη γυναίκα Δήμαρχος, η Μαρία Δεσύλλα στην Κέρκυρα. Πρέπει να περάσουν ακόμα δυο δεκαετίες, ώσπου το Σύνταγμα του 1975 να ορίσει επιτέλους ότι «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είναι ίσοι».  

Η Εφημερίδα Κυριών και η Καλλιρόη Παρρέν Στον αγώνα για τη συμμετοχή των γυναικών στα πολιτικά πράγματα της χώρας, πρωτοστάτησε το φεμινιστικό κίνημα, με πιο σημαντική φωνή έκφρασης των διεκδικήσεων αυτήν της Καλλιρρόης Παρρέν, το γένος Σιγανού. Πρόκειται για την πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που δημοσιογράφησε και εξέδιδε από το 1887 και για 31 χρόνια την «Εφημερίδα των Κυριών». Η Εφημερίδα των Κυριών διατύπωνε από τον 19ο αι. το θαρραλέο σύνθημα «Ψήφος στη Γυναίκα» παρά τα ειρωνικά, υβριστικά, και απειλητικά σχόλια εναντίον της «αναρχικής» Καλλιρρόης Παρρέν από τον Τύπο της εποχής.

Η Καλλιρόη Παρρέν, αγωνίστηκε κατά της αμάθειας και των προλήψεων, εκφράζοντας έναν υγιή φεμινισμό που ζητούσε ισοτιμία των δύο φύλων και όχι αναστροφή ρόλων. Με την βοήθεια όμως κάποιων λιγοστών υποστηρικτών της, μεταξύ των οποίων και οι Κωστής Παλαμάς και Γρηγόρης Ξενόπουλος, η Παρρέν κατόρθωσε να επιβάλει τον διεκδικητικό λόγο της και να συνεχίσει τον αγώνα της για 31 συνεχή χρόνια, διακόπτοντας μόνον όταν το 1918 εξορίστηκε για περίπου 10 μήνες στην Ύδρα λόγω των πολιτικών της φρονημάτων.

Η Καλλιρόη Παρρέν, στην οποία ο Παλαμάς είχε αφιερώσει και ένα ποίημά του («Χαίρε γυναίκα της Αθήνας, Μαρία, Ελένη, Εύα. Να η ώρα σου. Τα ωραία σου φτερά δοκίμασε και ανέβα και καθώς είσαι ανάλαφρη και πια δεν είσαι σκλάβα προς τη μελλούμενη άγια γη πρωτύτερα εσύ τράβα και ετοίμασε τη νέα ζωή, μιας νέας χαράς υφάντρα και ύστερα αγκάλιασε, ύψωσε και φέρε εκεί τον άντρα…») εκπροσώπησε την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα την Ελλάδα σε διεθνή Συνέδρια Γυναικών στο Παρίσι, το Λονδίνο και το Σικάγο (1888, 1889, 1893, 1896, 1900).

Η Καλλιρόη Παρρέν, παρόλο που πέτυχε να πείσει τον πρωθυπουργό Δ. Γούναρη να τοποθετηθεί προσωπικά υπέρ την χορήγησης ψήφου στις γυναίκες, δεν πρόλαβε να δει την χορήγηση των ίσων εκλογικών δικαιωμάτων αφού πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 16 Ιανουαρίου 1940 στην Αθήνα. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη στο 1ο Νεκροταφείο, όπου πέντε δεκαετίες αργότερα, στις 6 Ιουνίου 1992, έγιναν τα αποκαλυπτήρια προτομής της από τον Δήμο Αθηναίων.

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Το συγκλονιστικό άρθρο του Γλέζου στη Welt

Το συγκλονιστικό άρθρο του Γλέζου στη Welt
Διαβάστε το συγκλονιστικό άρθρο του Μανώλη Γλέζου στη γερμανική εφημερίδα Die Welt, στο οποίο εξηγεί στους Γερμανούς αναγνώστες της εφημερίδας, γιατί είναι δίκαιο να καταβληθούν οι αποζημιώσεις που οφείλει το γερμανικό κράτος στην Ελλάδα αλλά και πώς αυτή η πράξη εξυπηρετεί «την Ευρώπη της αλληλεγγύης»:

"Τον προσεχή Σεπτέμβριο κλείνω τα 91.
Αρχίζω να γράφω αυτό το κείμενο 72 χρόνια ακριβώς από τη μέρα που είδα τους Γερμανούς, πάνοπλους, με μοτοσυκλέτες και αυτοκίνητα, να μπαίνουν στην Αθήνα.

Ήταν 27 Απριλίου του 1941. Οι περισσότεροι από τους αναγνώστες της εφημερίδας ήταν τότε αγέννητοι. Όμως εγώ ήμουν ήδη 19 χρόνων.

Δεν έχω καιρό, λοιπόν, ούτε για ψέματα ούτε για μισές αλήθειες.

Θα ήθελα να σας είχα κοντά μου, έναν-έναν, να σας μιλήσω γι’ αυτά που έζησα, που άκουσα, που είδα. Θα αρκεστώ, ωστόσο, να μοιραστώ από εδώ, μαζί σας, μόνο κάποια από αυτά. Μετά, ίσως μπορούμε να κοιταχτούμε αναμεταξύ μας με διαφορετικό βλέμμα…

Α. Η Μάχη της Κρήτης.
Για τη Μάχη της Κρήτης έχουν γράψει πολλοί. Είναι εύκολο να βρείτε σε βιβλία Ιστορίας τι έγινε. Θα διαβάσετε για άντρες, γυναίκες και παιδιά που, με τσουγκράνες και ραβδιά για όπλα, υπερασπίστηκαν τη γη τους και τη γη των προγόνων τους.

Απέναντί τους είχαν τον καλύτερο στρατό του κόσμου, τη Βέρμαχτ. Και ο ουρανός έβρεχε αδιάκοπα αλεξιπτωτιστές...

Όταν η Μάχη τέλειωσε, ο στρατός είχε νικήσει. Μα οι γυναίκες των ηττημένων, που είχαν χάσει παιδιά, αδέρφια, πατεράδες ή συζύγους, κατέβηκαν στο γιαλό, σκαρφάλωσαν στα βουνά και, όπου βρήκαν νεκρό σώμα εχθρού, το τίμησαν:

το έπλυναν και το έθαψαν, όπως του έπρεπε. Ο νεκρός δεν ήταν πια εχθρός.
Ήταν ο άταφος αδελφός.

Κι αυτές ήταν οι εγγονές της Αντιγόνης, που έκαναν το χρέος τους απέναντι στους νεκρούς.

Την ίδια ώρα, οι νικητές έμπαιναν στην Κάνδανο. Στην περιοχή γύρω από το χωριό είχαν χάσει 27 άντρες. Και τότε, ΩΣ ΑΝΤΙΠΟΙΝΑ, πήραν μια πρωτοφανή ‒ακόμα και για καιρό πολέμου‒ απόφαση:

σκότωσαν όσους από τους κατοίκους βρήκαν και ξεθεμελίωσαν το χωριό.

Φεύγοντας, περήφανοι για το έργο τους, άφησαν και σχετικές πινακίδες!

Αναζητήστε τις στο διαδίκτυο…

Β. Καισαριανή, 10 Μάη 1944.
Οι Ναζί εκτελούν τον 19χρονο αδελφό μου.

Αν είχε ζήσει, θα γινόταν δάσκαλος. Μαζί του εκτελούν άλλους ογδόντα έναν άντρες και δέκα γυναίκες.

Στον ίδιο τόπο, εννιά μέρες νωρίτερα, τη μέρα της Πρωτομαγιάς, είχαν εκτελέσει διακόσιους ακόμα Έλληνες πατριώτες.

Γ. Αμέσως μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, ξεκίνησα αγώνα για να επιστρέψει η Γερμανία στην Ελλάδα όσα της όφειλε.
Τα γνωρίζετε. Πρόκειται για το αναγκαστικό δάνειο, τις αποζημιώσεις για τις καταστροφές στις υποδομές της χώρας και τους αρχαιολογικούς θησαυρούς. Μάλιστα, το 1995, είχα την ευκαιρία να εκθέσω το όλο ζήτημα στο γερμανικό λαό, τόσο μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας DieZeit, όσο και σε μια αλησμόνητη εκδήλωση στο Ανόβερο.

Αν το πέρασμα των χρόνων ακύρωνε αρχές και αξίες, αν μετέβαλε το ΗΘΟΣ των ανθρώπων, τότε οι τραγωδίες του Σοφοκλή, του Αισχύλου ή του Ευριπίδη δεν θα έλεγαν σήμερα τίποτα σε κανέναν.

Υπάρχουν όμως μερικά πράγματα που δεν μπαγιατεύουν, που δεν παραγράφονται, που δεν γερνούν καν. Και το δίκαιο είναι ένα από αυτά.

Αν σήμερα, με όλο το βάρος των 90 χρόνων μου, συνεχίζω αυτόν τον αγώνα, είναι γιατί θεωρώ δίκαιο και για τη Γερμανία και για την Ελλάδα να επιστρέψει η πρώτη όσα οφείλει στη δεύτερη.

Και προσέξτε κάτι. Δεν θα με ακούσετε ποτέ να μιλάω για ΕΚΔΙΚΗΣΗ.

Εμείς, που χάσαμε αγαπημένους ανθρώπους, δεν νιώθουμε μίσος για τον γερμανικό λαό και δεν επιζητούμε εκδίκηση.

ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ να το κάνουμε.

Όσοι βγήκαμε ζωντανοί από τον πόλεμο, είχαμε χρέος να ζήσουμε και για λογαριασμό των νεκρών μας. Να αγαπήσουμε για κείνους, να χορέψουμε για κείνους, να κολυμπήσουμε στη θάλασσα για κείνους.

Μάθαμε, έτσι, να εκτιμάμε και να αγαπάμε τη ζωή.

Και το μίσος σε εμποδίζει να αγαπήσεις τη ζωή.

Στα χρόνια μετά τον πόλεμο, γνώρισα πολλούς Γερμανούς. Χαίρομαι βαθιά όποτε μου δίνεται η ευκαιρία να τους συναντήσω και οι συζητήσεις μαζί τους είναι πάντα καλή τροφή για σκέψη. Όλοι αυτοί, αφού άκουσαν με προσοχή τα επιχειρήματά μου, συμφώνησαν για το δίκαιο των αιτημάτων της Ελλάδας.

Έτσι, στάθηκαν επανειλημμένα στο πλευρό μου, βοηθώντας με να επικοινωνήσω με τον γερμανικό λαό. Αλλά δεν αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για τη στάση τους. Αισθάνομαι φιλία για τους ίδιους. Κι αυτό είναι πολύ πιο πολύτιμο, πολύ πιο ακατάλυτο, πολύ πιο ανθρώπινο, πολύ πιο ισότιμο.

Κάθε σπιθαμή ευρωπαϊκού εδάφους είναι ποτισμένη με αίμα. Πληρώσαμε πολύ ακριβά τις θεωρίες των ανωτέρων φυλών και των εθνικών κρατών. Χρειαζόμαστε μια Ευρώπη της ειρήνης, της αλληλεγγύης, της ισότητας και της αλληλοκατανόησης. Και η αναγνώριση των όσων η Γερμανία οφείλει στην Ελλάδα εξυπηρετεί απολύτως αυτήν την Ευρώπη.

Αυτή η Ευρώπη, άλλωστε, θα άρεσε και στον Σίλλερ και στον Γκαίτε και στον Μπρεχτ".

Μάιος 1936: Η απεργία των καπνεργατών πνίγεται στο αίμα


Στις 9 Μαίου του 1936 η χωροφυλακή διαλύει βίαια συγκέντρωση καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη. Έντεκα άνθρωποι σκοτώνονται ενώ πολύ μεγάλος είναι ο αριθμός των τραυματιών. Ο Γιάννης Ρίτσος γράφει το ποίημα «Επιτάφιος» εμπνευσμένος από τα τραγικά γεγονότα, το οποίο μελοποιήθηκε από το Μίκη Θεοδωράκη. Λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο του 1936 επιβάλλεται η δικτατορία Μεταξά.
(Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου, μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της, βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπερ- γῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της): Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου, πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου, πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω; Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου, Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου, τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα; (Απόσπασμα από τον «Επιτάφιο»)

Από τον Απρίλιο του 1936 την Ελλάδα σαρώνει ένα μεγαλειώδες απεργιακό κύμα με κέντρο τη Θεσσαλονίκη και τους καπνεργάτες, που αποτελούν το πιο οργανωμένο κίνημα της εποχής. Η εξέγερση των εργατών στη Θεσσαλονίκη επεκτείνεται σε πολλές άλλες ελληνικές πόλεις, αποτελώντας έναν από τους βασικότερους σταθμούς στο ελληνικό εργατικό κίνημα.

Την εποχή της εργατικής εξέγερσης, είχε προηγηθεί η οικονομική ύφεση προερχόμενη από το κραχ του 1929 στην παγκόσμια οικονομία) και η συνακόλουθη πτώχευση του 1932. Όμως δεν ήταν μόνον αυτό το οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο. Πριν από την κρίση, στην Ελλάδα είχε ήδη αποτύχει οικτρά η Μεγάλη Ιδέα του Βενιζέλου. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, δεν υπήρχε πια η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Επιπλέον, οι πρόσφυγες που είχαν έρθει στη χώρα είχαν δώσει μιας πρώτης τάξεως δικαιολογία σε εργοδότες να μειώσουν τα μεροκάματα.


Άλλη μια δικαιολογία για τους εργοδότες, ώστε να μειώσουν τις αμοιβές ήταν ενδεχομένως και η παγκόσμια οικονομική κρίση της εποχής (1929-1932). Οι αμοιβές των 48.000 περίπου καπνεργατών έπεσαν από τις 135-150 δραχμές στις 75 δραχμές. Μάλιστα, πολλοί αναγκάζονταν να δουλεύουν δωρεάν μόνον για τα ένσημά τους.

Με βασικό, λοιπόν, αίτημα την αύξηση των κουρεμένων ημερομισθίων τους, στα τέλη Απριλίου του 1936 λαμβάνει χώρα στη Θεσσαλονίκη το πρώτο καπνεργατικό συνέδριο. Εκεί αποφασίζεται απεργία για τις 29 του μήνα. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, πώς ανάμεσα στα εκατοντάδες εργατικά σωματεία που υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη στα χρόνια αυτά -σύμφωνα με το «Παλίμψηστο του αίματος» του Γιώργου Αναστασιάδη, καθηγητή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης- υπήρχε η Εθνική Ένωσις «Ελλάς» (ΕΕΕ), με ιδιαίτερα αρνητικό ρόλο, ήταν δε και αντισημιτική.


Στις 6 Μαίου, όπως αναφέρεται στα «Νέα», μέλη της ΕΕΕ πυροβολούν εναντίον απεργών τσαγκαράδων στην Πλατεία Βλάλη και η έφιππη αστυνομία, απ’ την άλλη, συγκρούεται με ομάδες απεργών.

Στις 8 Μαίου η πόλη έχει μετατραπεί πλέον σε πεδίο μάχης , με 70 περίπου τραυματίες απεργούς.


Στις 9 Μαίου η απεργία είναι κάτι παραπάνω από γενική. Συμμετέχουν σχεδόν όλοι οι εργαζόμενοι. Στις 10:30 το πρωί στη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας πέφτει νεκρός ο νεαρός αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Είναι ο πρώτος νεκρός ενώ ακολουθούν και άλλοι στη συνέχεια. Ο θρήνος της μητέρας του πάνω στο πτώμα του γιου της, που καταγράφηκε φωτογραφικά ενέπνευσε το Γιάννη Ρίτσο στον «Επιτάφιο».

Την επόμενη ημέρα, η κηδεία των θυμάτων είναι πραγματικός λαϊκός ξεσηκωμός. Στο νεκροταφείο συγκεντρώνονται περίπου 150.000 άνθρωποι. Στις 11 Μαΐου κηρύσσονται απεργίες διαμαρτυρίας σε πολλές πόλεις της χώρας και στις 13 Μαΐου πανελλαδική απεργία.


Γεια δείτε λοιπόν πως ανακυκλώνεται η ιστορία. Και τότε οικονομική κρίση, και τότε πτώχευση, και τότε μετανάστες, και τότε εκμετάλλευση των εργαζομένων.

Ας μην μιλάμε πλέον για αιφνιδιασμό της κοινωνίας μας από την κρίση και τις συνέπειές της, ας αρχίσουμε να μιλάμε απλά για την έλλειψη γνώσης της ιστορίας παρόμοιων εποχών.

Αποδυκνίεται, ότι η κρίση ήρθε και μας "συνάντησε" άοπλους, αδιάβαστους, χωρίς νοοτροπία και χωρίς ανακλαστικά κι απ' ότι φαίνεται, αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά μερικοί μερικοί!!!

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Εργατική Πρωτομαγιά

Η ετήσια γιορτή, με παγκόσμιο χαρακτήρα των ανθρώπων της μισθωτής εργασίας. Με συγκεντρώσεις και πορείες, η εργατική τάξη βρίσκει την ευκαιρία να προβάλει τα κοινωνικά και οικονομικά της επιτεύγματα και να καθορίσει το διεκδικητικό της πλαίσιο για το μέλλον. Η Πρωτομαγιά είναι απεργία και όχι αργία, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές χώρες του κόσμου.
Η Πρωτομαγιά, ως εργατική γιορτή, καθιερώθηκε στις 20 Ιουλίου1889, κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δεύτερης Διεθνούς (Σοσιαλιστικής Διεθνούς) στο Παρίσι, σε ανάμνηση του ξεσηκωμού των εργατών του Σικάγου την 1η Μαΐου 1886, που διεκδικούσαν το οκτάωρο και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Κατέληξε σε αιματοχυσία λίγες μέρες αργότερα, με την επέμβαση της αστυνομίας και των μπράβων της εργοδοσίας.

Τα γεγονότα του Σικάγου

Τα εργατικά συνδικάτα των ΗΠΑ αποφάσισαν την έναρξη απεργιακών κινητοποιήσεων την 1η Μαΐου 1886 για το οκτάωρο, ωθούμενα από τις επιτυχημένες διεκδικήσεις των καναδών συντρόφων τους. Την περίοδο εκείνη το κανονιστικό πλαίσιο εργασίας στις ΗΠΑ ήταν σχεδόν ανύπαρκτο και οι εργοδότες μπορούσαν να απασχολούν το προσωπικό τους κατά το δοκούν, ακόμη και τις Κυριακές.
Στην απεργία πήραν μέρος περίπου 350.000 εργάτες σε 1.200 εργοστάσια των ΗΠΑ. Την Πρωτομαγιά του 1886 έγινε στο Σικάγο η πιο μαχητική πορεία, με τη συμμετοχή 90.000 ανθρώπων. Στην κεφαλή της πορείας ήταν ο αναρχοσυνδικαλιστής Άλμπερτ Πάρσονς, η γυναίκα του Λούσι και τα επτά παιδιά τους.
Το πρώτο αίμα χύθηκε δύο ημέρες αργότερα έξω από το εργοστάσιο ΜακΚόρμικ στο Σικάγο. Απεργοσπάστες προσπάθησαν να διασπάσουν τον απεργιακό κλοιό και ακολούθησε συμπλοκή. Η Αστυνομία και οι μπράβοι της επιχείρησης επενέβησαν δυναμικά. Σκότωσαν τέσσερις απεργούς και τραυμάτισε πολλούς, προκαλώντας οργή στην εργατική τάξη της πόλης.
Την επομένη αποφασίστηκε συλλαλητήριο καταδίκης της αστυνομικής βίας στην Πλατεία Χεϊμάρκετ, με πρωτοστατούντες τους αναρχικούς. Η συγκέντρωση ήταν πολυπληθής και ειρηνική. Το κακό, όμως, δεν άργησε να γίνει. Οι αστυνομικές δυνάμεις πήραν εντολή να διαλύσουν δια της βίας τη συγκέντρωση και τότε από το πλήθος των απωθούμενων διαδηλωτών ρίφθηκε μια χειροβομβίδα προς το μέρος τους, η οποία εξερράγη, σκοτώνοντας έναν αστυνομικό και τραυματίζοντας δεκάδες. Η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά βούληση κατά των συγκεντρωμένων, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τουλάχιστον τέσσερις διαδηλωτές και να τραυματιστεί απροσδιόριστος αριθμός, ενώ έξι αστυνομικοί έχασαν τη ζωή τους από πυρά (φίλια ή των διαδηλωτών παραμένει ανεξακρίβωτο), ανεβάζοντας τον αριθμό τους σε επτά.
Για τη βομβιστική επίθεση, που προκάλεσε τον θάνατο του αστυνομικού, κατηγορήθηκαν οι αναρχοσυνδικαλιστές Άουγκουστ Σπις, Γκέοργκ Έγκελ, Άντολφ Φίσερ, Λούις Λινγκ, Μίκαελ Σβαμπ, Σάμουελ Φίλντεν, Όσκαρ Νίμπι και Άλμπερτ Πάρσονς, που ήταν από τους οργανωτές της διαδήλωσης. Όλοι, εκτός του Πάρσονς και του Φίλντεν, ήταν γερμανοί μετανάστες. Η δίκη των οκτώ ξεκίνησε στις 21 Ιουνίου 1886. Ο εισαγγελέας Τζούλιους Γκρίνελ ζήτησε τη θανατική ποινή και για τους οκτώ κατηγορουμένους, χωρίς να προσκομίσει κανένα στοιχείο που να τους συνδέει με τη βομβιστική επίθεση. Απλώς, είπε ότι οι κατηγορούμενοι ενθάρρυναν με τους λόγους τους τον άγνωστο βομβιστή να πραγματοποιήσει την αποτρόπαια πράξη του, γι’ αυτό κρίνονται ένοχοι συνωμοσίας.
Από την πλευρά της, η υπεράσπιση έκανε λόγο για προβοκάτσια και συνέδεσε τη βομβιστική επίθεση με το διαβόητο πρακτορείο ντετέκτιβ «Πίνκερτον», που συχνά χρησιμοποιούσαν οι εργοδότες ως απεργοσπαστικό μηχανισμό. Οι ένορκοι εξέδωσαν την ετυμηγορία τους στις 20 Αυγούστου 1886 κι έκριναν ενόχους και τους οκτώ κατηγορούμενους. Οι Σπις, Έγκελ, Φίσερ, Λινγκ, Σβαμπ, Φίλντεν και Πάρσονς καταδικάστηκαν σε θάνατο, ενώ ο Νίμπι σε κάθειρξη 15 ετών. Μετά την εξάντληση και του τελευταίου ενδίκου μέσου, ο κυβερνήτης της Πολιτείας του Ιλινόις, Ρίτσαρντ Όγκλεσμπι, μετέτρεψε σε ισόβια τις θανατικές ποινές των Σβαμπ και Φίλντεν, ενώ ο Λιγκ αυτοκτόνησε στο κελί του. Έτσι, στις 11 Νοεμβρίου 1887 οι Σπις, Πάρσονς, Φίσερ και Έγκελ οδηγήθηκαν στην αγχόνη, τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα». Η δίκη των οκτώ θεωρείται από διαπρεπείς αμερικανούς νομικούς ως μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις κακοδικίας στην ιστορία των ΗΠΑ.
Στις 26 Ιουνίου 1893 ο κυβερνήτης του Ιλινόις, Τζον Πίτερ Άλτγκελντ παραδέχθηκε ότι και οι οκτώ καταδικασθέντες ήταν αθώοι και κατηγόρησε τις αρχές του Σικάγου ότι άφησαν ανεξέλεγκτους τους ανθρώπους του «Πίνκερτον». Ως μια ύστατη πράξη δικαίωσης έδωσε χάρη στους φυλακισμένους Φίλντεν, Νίμπε και Σβαμπ. Αυτό ήταν και το πολιτικό του τέλος. Αργότερα, ο επικεφαλής της αστυνομίας του Σικάγου, που έδωσε την εντολή για τη διάλυση της συγκέντρωσης, καταδικάσθηκε για διαφθορά. Μέχρι σήμερα παραμένει ανεξακρίβωτο ποιος ήταν ο δράστης της βομβιστικής επίθεσης.

Η Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

Στη χώρα μας, ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς έγινε το 1893, στην Αθήνα, με πρωτοβουλία του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Σταύρου Καλλέργη. Η 1η Μαΐου ήταν Σάββατο και εργάσιμη. Έτσι, επελέγη η Κυριακή 2 Μαΐου, για να έχει η γιορτή μαζικό χαρακτήρα.
Σύμφωνα με την εφημερίδα «Σοσιαλιστής», που εξέδιδε ο Καλλέργης, στις 5 το απόγευμα της Κυριακής συγκεντρώθηκαν στο Στάδιο πάνω από 2.000 σοσιαλιστές και εργαζόμενοι. Η «Εφημερίς» τους υπολόγισε μόνο σε 200 και σημείωνε σε άρθρο της: «Οι πλείστοι εξ αυτών ήσαν εργάται, ευπρεπώς κατά το πλείστον ενδεδυμένοι, με ερυθράς κονκάρδας επί της κομβιοδόχης, και πολύ ήσυχοι άνθρωποι. Αυτοί είναι οι πρώτοι σοσιαλισταί εν Ελλάδι, και συνήλθον χθες εις το πρώτον αυτών εν Αθήναις συλλαλητήριον».
Οι συγκεντρωμένοι ενέκριναν ψήφισμα το οποίο είχε ως εξής:

«Συνελθόντες σήμερον την 2 Μαΐου, ημέραν Κυριακήν και ώραν 5 μ.μ. εν τω Αρχαίω Σταδίω, οι κάτωθι υπογεγραμμένοι μέλη του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου» και υπό μισθόν πάσχοντες εψηφίσαμεν:
Α) Την Κυριακήν να κλείωσι τα καταστήματα, καθ’ όλην την ημέραν, και οι πολίται ν’ αναπαύωνται.
Β) Οι εργάται να εργάζωνται 8 ώρας την ημέραν.
Γ) Ν’ απονέμηται σύνταξις εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς διατήρησιν εαυτών και της οικογενείας των.
Δ) Το συμβούλιον του «Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου» να επιδώση το ψήφισμα εις την Βουλήν.»

Το ψήφισμα επεδόθη, τελικά, στον Πρόεδρο της Βουλής την 1η Δεκεμβρίου 1893 από τον Σταύρο Καλλέργη. Ο πρωτοπόρος σοσιαλιστής ανήλθε στη συνέχεια στο δημοσιογραφικό θεωρείο και περίμενε με ανυπομονησία από τον Πρόεδρο της Βουλής να το εκφωνήσει. Αυτός κωλυσιεργούσε και «ησχολείτο εις την ανάγνωσιν ετέρων αναφορών προερχομένων εκ διαφόρων προσώπων και πραγματευομένων κατά το μάλλον και ήττον περί ανέμων και υδάτων», όπως έγραψε στον «Σοσιαλιστή».
Ο Καλλέργης διαμαρτυρήθηκε μεγαλοφώνως και με εντολή του Προέδρου συνελήφθη για διατάραξη της συνεδρίασης. Οι στρατιώτες της φρουράς, αφού τον κτύπησαν με τα κοντάκια των όπλων τους, τον μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα, όπου παρέμεινε επί διήμερο. Στις 9 Δεκεμβρίου 1983 δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 ημερών, τις οποίες εξέτισε στις φυλακές του Παλαιού Στρατώνα. Με τον περιπετειώδη αυτό τρόπο έληξε και τυπικά ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα.
 
 
Καλά είναι τα στεφανάκια και τα λουλουδάκια κι όλα αυτά τα ανοιξιάτικα τα όμορφα, αλλά η 1η Μάη έχει μία διαφορετική σημασία και βαρύτητα για τους εργαζόμενους. 
Πάνω απ' όλα, η 1η Μάη, υπενθυμίζει, ότι τα δικαιώματα των εργαζομένων κερδήθηκαν με αγώνες, ενίοτε αιματηρούς. Είναι τα δικαιώματα, τα οποία σήμερα σαρώνονται το ένα μετά το άλλο, υπέρ μιας υποτιθέμενης σωτηρίας, μίας υποτιθέμενης μεταρρύθμισης, μίας υποτιθέμενης προόδου.

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Τα «καλά» της Χούντας



Η ιστορική άγνοια αποτελεί λίπασμα για την πολιτική αφασία. Ο φασισμός γίνεται «ελκυστικός» πάντα και μόνο πάνω στο έδαφος της αφασίας και της άγνοιας. Το κράτος των αστών έχει κάθε λόγο να καλλιεργεί την αφασία και την άγνοια, ώστε έτσι να κρατά πάντα ζεστό τον κόρφο που επωάζει τα «φίδια» του.


Δεν υπάρχει χούντα (στην Ελλάδα και οπουδήποτε στον κόσμο) που να μην είναι κυλισμένη στο αίμα της τρομοκρατίας, στην αγριότητα, στην ταξική βαρβαρότητα και στο βούρκο της διαφθοράς

(σ.σ.: Με τους «ημέτερους» συνταγματάρχες είχαμε εκείνη ακριβώς τη διαφθορά και εκείνη την «τιμιότητα» που άρμοζε στη γελοιότητά τους: από τα «κρέατα του Μπαλόπουλου» μέχρι την «νέα φαυλοκρατία» με τις «τακτοποιήσεις» των γαμπρών του Παττακού, των αδερφών του Παπαδόπουλου και των ίδιων των πραξικοπηματιών που «νομοθέτησαν» τον... διπλασιασμό των μισθών τους, και από τις συμβάσεις με «Litton», «Μακντόναλντ», «Τομ Πάππας» και «Ζήμενς» - πάντα η... «Ζήμενς» - μέχρι την ανέγερση του «θαυματουργού» (καθότι... αόρατος) Ναού του Σωτήρως. Μόνο από εκεί, από έναν προϋπολογισμό ύψους 450 εκατομμυρίων, φαγώθηκαν τα 400...).

Εντούτοις, εδώ θα περιοριστούμε να αναφερθούμε σε ένα μόνο από τα «καλά» της δικτατορίας: Σ' αυτό το τόσο γελοίο όσο και «προσφιλές» τροπάρι περί του «οικονομικού θαύματος», δήθεν, της χούντας των συνταγματαρχών.

Εχουμε και λέμε:

1) Το δημόσιο χρέος επί χούντας αυξήθηκε από 38,7 δισεκατομμύρια δραχμές τον Δεκέμβρη του 1967 σε 87,5 δισεκατομμύρια δραχμές τον Ιανουάριο του 1973.

2) Το εμπορικό έλλειμμα το 1973 ήταν πέντε φορές μεγαλύτερο από αυτό του 1968.

3) Το ποσοστό των δαπανών για την εκπαίδευση στο σύνολο των γενικών κρατικών δαπανών μειώθηκε από 11,6% σε 10%, όταν οι δαπάνες για την «άμυνα» και «δημόσια ασφάλεια» του αστυνομοκρατικού καθεστώτος μέσα σε μια πενταετία σχεδόν διπλασιάστηκαν.

4) Οι προσωπικές καταθέσεις μειώθηκαν από 34,2 δισεκατομμύρια δραχμές το 1972 σε 19,6 δισεκατομμύρια δραχμές το 1973.

5) Στην Ελλάδα, που είχε το χαμηλότερο ποσοστό πληθωρισμού μεταξύ όλων των χωρών του ΟΟΣΑ το 1961-71 (2,2%), ο δείκτης καταναλωτικών τιμών αυξήθηκε κατά 15,3% από το 1972 έως το 1973 και κατά 37,8% από τον Απρίλη του 1973 μέχρι τον Απρίλη του επόμενου έτους, και μάλιστα σε τομείς όπως τα είδη πρώτης ανάγκης και η υγεία. Το 1973 το ποσοστό του πληθωρισμού είχε επιφέρει μειώσεις των πραγματικών μισθών κατά 4%.

6) Στον αγροτικό τομέα, όπου απασχολούνταν το 44% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, αντί της πενταετούς πρόβλεψης του καθεστώτος για ανάπτυξη 5,2%, η αγροτική οικονομία αναπτύχθηκε κατά μόλις 1,8% στην περίοδο 1967 - 1974, σε αντίθεση με το 4,2% κατά την περίοδο 1963 - 1966. Οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων μειώθηκαν από το 63% του συνόλου των εξαγωγών το 1968 στο 48% το 1972. Το αποτέλεσμα ήταν το κατά κεφαλήν αγροτικό εισόδημα να πέσει από το 55% στο 43% του μέσου κατά κεφαλήν εθνικού εισοδήματος.

7) Οι φόροι που επιβάρυναν τα λαϊκά στρώματα ανέρχονταν στο 91% επί του συνόλου των φορολογικών εσόδων του καθεστώτος, τα οποία από 27,4% του ΑΕΠ το 1966, επί συνταγματαρχών και μέχρι το 1972 αυξήθηκαν στο 29,2%. Από την άλλη, οι φόροι επί των επιχειρήσεων μειώθηκαν κατά 10,9% την περίοδο 1972 - 73, η φορολογική «μεταρρύθμιση» του 1968 που μετέφερε το φορολογικό φορτίο στους ώμους της εργατικής τάξης με τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους πλουτοκράτες να απολαμβάνουν μεγαλύτερα φορολογικά προνόμια είχε ως συνέπεια οι φοροαπαλλαγές 464 μεγάλων επιχειρήσεων το 1971 να ήταν κατά τρεις φορές υψηλότερες από τους φόρους που οι ίδιες εταιρείες είχαν καταβάλει. Επίσης, τα φορολογικά έσοδα από τις ναυτιλιακές εταιρείες μειώθηκαν από 109 εκατομμύρια δραχμές το 1968 σε 29 εκατομμύρια το 1972 (μείωση 73%!), περίοδος κατά την οποία ο ελληνικός στόλος αυξήθηκε κατά 16,7 εκατομμύρια τόνους.

8) Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε κατά οχτώ φορές, μεταξύ του 1967 και 1972. Το ισοζύγιο πληρωμών από μέσο πλεόνασμα 14,6 εκατ. δολαρίων την περίοδο 1960 - 66, εμφάνισε μέσο έλλειμμα την περίοδο 1967-73 ύψους 117 εκατομμυρίων δολαρίων.

Αυτά ήταν τα... «καλά» επί του καθεστώτος των συνταγματαρχών.

Από τη μια, φορολογικά και κάθε λογής προνόμια σε ντόπια και ξένα μονοπώλια, χαριστικές πράξεις στους φιλικά προσκείμενους στη χούντα Ωνάσηδες, Τομ Πάπες και Νιάρχους, φτηνό και φιμωμένο εργατικό δυναμικό, απαλλαγές από δασμούς και πακτωλός επιχορηγήσεων («νόμοι» 89/1967 και 378/1968) σε εφοπλιστές, βιομήχανους, μεγαλεμπόρους, μεγαλοξενοδόχους, επιβολή 300 ειδικών μέτρων παροχής πλήρους ελευθερίας στο εγχώριο και ξένο κεφάλαιο να κερδοσποπεί χωρίς κανέναν έλεγχο, και, από την άλλη «ξεχαρβάλωμα» όλων των οικονομικών δεικτών, αποσάθρωση της εγχώριας παραγωγής, βάρη στο λαό και μια πλασματική «ανάπτυξη» που πίσω της έκρυβε αθρόες εισαγωγές, επιμήκυνση πιστώσεων και τεχνητή κυκλοφορία χρήματος, που προέκυπτε από αναγκαστικό δανεισμό κι άλλες τέτοιες υψηλού επιπέδου δημοσιονομικές αλχημείες.

(Τα παραπάνω στοιχεία είδαν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας το 1975. Πηγή: Journal of the Hellenic Diaspora Vol 2 -1975-, Permanent URL:http://hdl.handle.net/10066/4929. Για αναλυτικότερη ενημέρωση στην επισκόπηση του Βασίλη Καρίφη, «Η ελληνική οικονομία κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967 - 1974)», στο «greekjunda.blogspot.com»).


Νίκος Μπογιόπουλος

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Γιατί Σοσιαλισμός ; (Albert Einstein, 1949)




Τον Μάϊο του 1949 δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της αμερικάνικης επιθεώρησης Monthly Review το κείμενο του Einstein με τίτλο ” Why Socialism? “. Στο κείμενο αυτό ο Einstein εκθέτει απλά και με σαφήνεια την άποψή του για την αναγκαιότητα μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Είναι συνετό, για κάποιον που δεν είναι ειδικός σε οικονομικά και κοινωνικά θέματα, να εκφράζει απόψεις στο ζήτημα του σοσιαλισμού; Πιστεύω πως είναι, για αρκετούς λόγους.

Ας εξετάσουμε πρώτ’ απ’ όλα το ερώτημα αυτό κάτω από το πρίσμα της επιστημονικής γνώσης. Σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές μεθοδολογικές διαφορές μεταξύ της αστρονομίας και των οικονομικών: οι επιστήμονες και στους δυο τομείς προσπαθούν να ανακαλύψουν νόμους ευρείας αποδοχής για ορισμένες ομάδες φαινομένων, προκειμένου να καταστήσουν την αλληλεπίδραση αυτών των φαινομένων όσο γίνεται πιό κατανοητή. Αλλά στην πραγματικότητα, τέτοιες μεθοδολογικές διαφορές υπάρχουν. Η ανακάλυψη γενικών νόμων στο πεδίο των οικονομικών καθίσταται δύσκολη από το γεγονός ότι τα παρατηρούμενα οικονομικά φαινόμενα επηρεάζονται συχνά από πολλούς παράγοντες, που είναι πολύ δύσκολο κανείς να αξιολογήσει ξεχωριστά. Επιπρόσθετα, η εμπειρία που έχει συσσωρευθεί από την αρχή της, λεγόμενης και, πολιτισμένης περιόδου της ανθρώπινης ιστορίας έχει, όπως είναι ευρέως γνωστό, επηρεαστεί και περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό από αιτίες, οι οποίες δεν είναι σε καμία περίπτωση αυστηρά οικονομικής φύσης. Για παράδειγμα, τα περισσότερα κυρίαρχα κράτη στην ιστορία όφειλαν την ύπαρξή τους στις κατακτήσεις. Οι λαοί-κατακτητές εδραίωναν τους εαυτούς τους, νομοθετικά και οικονομικά, ως την προνομιούχα τάξη στην κατακτημένη χώρα. Άρπαζαν για τους εαυτούς τους το μονοπώλιο της ιδιοκτησίας της γης και όριζαν ιερατεία αποτελούμενα από άτομα της δικής τους τάξης. Οι ιερείς, οι οποίοι είχαν την εκπαίδευση στον έλεγχό τους, μετέτρεψαν τον ταξικό αυτό διαχωρισμό της κοινωνίας σε ένα μόνιμο θεσμό και κατασκεύασαν ένα σύστημα αξιών με βάση το οποίο οι άνθρωποι, από τότε και στο εξής και σε ένα βαθμό ασυνείδητα, καθοδηγούνταν στην κοινωνική τους συμπεριφορά.

Αλλά, η ιστορική παράδοση ανήκει, για να το πω απλά, στο χθες. Πουθενά, δεν έχουμε πραγματικά ξεπεράσει αυτό που ο Thorstein Veblen αποκαλούσε «η ληστρική φάση» της ανθρώπινης ανάπτυξης. Τα παρατηρούμενα οικονομικά γεγονότα ανήκουν σε αυτή τη φάση και ακόμα και οι νόμοι που μπορούμε να εξάγουμε από αυτά δεν είναι εφαρμόσιμοι σε καμία άλλη φάση. Εφ’ όσον ο πραγματικός σκοπός του σοσιαλισμού είναι να ξεπεράσει και να προχωρήσει παραπέρα τη ληστρική φάση της ανθρώπινης ανάπτυξης, η οικονομική επιστήμη στην παρούσα κατάστασή της μπορεί μόνο να ρίξει ένα πολύ ασήμαντο φως στη σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος.

Δεύτερον, ο τελικός σκοπός του σοσιαλισμού είναι τόσο κοινωνικός όσο και ηθικός. Η επιστήμη, όμως, δεν μπορεί να δημιουργήσει σκοπούς και, ακόμα χειρότερα, να τους εμφυσήσει στους ανθρώπους. Το καλύτερο που μπορεί να πετύχει η επιστήμη είναι να παρέχει τα μέσα για την επίτευξη ορισμένων σκοπών. Αλλά οι σκοποί, αυτοί καθαυτοί, γεννιούνται από ανθρώπους με υψηλά ηθικά ιδανικά. Αν οι σκοποί αυτοί δεν είναι θνησιγενείς, αλλά ζωτικής σημασίας και ισχυροί, υιοθετούνται και αναπτύσσονται από πολλούς ανθρώπους οι οποίοι, εν μέρει υποσυνείδητα, καθορίζουν την αργή εξέλιξη της κοινωνίας.

Γι’ αυτούς τους λόγους, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί και να μην υπερεκτιμούμε την επιστήμη και τις επιστημονικές μεθόδους, όταν το ερώτημα που τίθεται αφορά ανθρώπινα προβλήματα. Επίσης, δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο ότι οι ειδικοί είναι και οι μόνοι που έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται πάνω σε ζητήματα οργάνωσης της κοινωνίας.

Εδώ και αρκετό καιρό, ακούγονται πολλές φωνές που υποστηρίζουν ότι η ανθρώπινη κοινωνία βρίσκεται σε κρίση, ότι η σταθερότητά της έχει κλονιστεί σοβαρά. Είναι χαρακτηριστικό αυτής της κατάστασης, ότι τα άτομα νοιώθουν αδιάφορα ή ακόμα και εχθρικά απέναντι στο σύνολο, μικρό ή μεγάλο, στο οποίο ανήκουν. Για να δείξω τί εννοώ, επιτρέψτε μου να παραθέσω εδώ μια προσωπική εμπειρία. Πρόσφατα, συζητώντας με έναν έξυπνο και αξιόπιστο άνθρωπο, σχετικά με την απειλή ενός ακόμα πολέμου, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την ύπαρξη της ανθρωπότητας, παρατήρησα ότι μόνο ένας υπερεθνικός οργανισμός θα μπορούσε να μας προφυλάξει από τον κίνδυνο αυτό. Πάνω σ’ αυτό, ο συνομιλητής μου, πολύ ήρεμα και ψυχρά, μου είπε: «Μα γιατί εναντιώνεστε τόσο πολύ στην εξαφάνιση της ανθρώπινης φυλής;»

Είμαι βέβαιος ότι, μόλις έναν αιώνα πριν, κανείς δε θα έκανε μια τέτοια δήλωση με τόση ευκολία. Πρόκειται για τη δήλωση ενός ανθρώπου, ο οποίος έχει προσπαθήσει μάταια να ισορροπήσει μέσα του και έχει πρακτικά χάσει την ελπίδα να το καταφέρει. Είναι η έκφραση μιάς οδυνηρής μοναξιάς και απομόνωσης απ΄την οποία τόσοι πολλοί άνθρωποι υποφέρουν στις μέρες μας. Ποια είναι όμως η αιτία; Και υπάρχει διέξοδος;

Είναι εύκολο να θέτει κανείς τέτοια ερωτήματα, αλλά δύσκολο να τα απαντήσει με ασφάλεια. Πρέπει να προσπαθήσω, όμως, όσο καλύτερα μπορώ, αν και γνωρίζω καλά το γεγονός ότι τα συναισθήματα πολλές φορές επισκιάζουν και αντιτίθενται στις επιδιώξεις μας, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορούν να εκφραστούν με απλές και εύκολες εξισώσεις.

Ο άνθρωπος είναι, ταυτόχρονα, μοναχικό και κοινωνικό όν. Ως μοναχικό ον προσπαθεί να προστατέψει τη δική του ύπαρξη καθώς και την ύπαρξη των οικείων του, να ικανοποιήσει τις προσωπικές του επιθυμίες και ν’ αναπτύξει τις έμφυτες ικανότητές του. Ως κοινωνικό ον επιδιώκει να κερδίσει την αναγνώριση και τη στοργή των συνανθρώπων του, να μοιραστεί τις χαρές τους, να τους παρηγορήσει στις λύπες τους, και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσής τους. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του ανθρώπου οφείλεται στην ύπαρξη αυτών των ποικίλων, συχνά αντιφατικών, επιδιώξεων, ενώ ο συνδυασμός τους καθορίζει το βαθμό στον οποίο το άτομο μπορεί να επιτύχει μια εσωτερική ισορροπία και να συνεισφέρει στην ευημερία της κοινωνίας. Είναι πολύ πιθανό ότι η σχετική αλληλεπίδραση αυτών των δύο δυνάμεων καθορίζεται, κυρίως, από την κληρονομικότητα. Αλλά η προσωπικότητα που τελικά προκύπτει, διαμορφώνεται κυρίως από το περιβάλλον στο οποίο ένας άνθρωπος τυχαίνει να βρίσκεται κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής του, από τη δομή της κοινωνίας στην οποία μεγαλώνει, από τις παραδόσεις της κοινωνίας αυτής, καθώς και από τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αξιολογεί τις διαφορετικές συμπεριφορές. Η αφηρημένη έννοια της «κοινωνίας» είναι για το ανθρώπινο ον, ως άτομο, το σύνολο των άμεσων και έμμεσων σχέσεών του με τους συνανθρώπους του, καθώς και με όλες τις προηγούμενες γενιές. Το άτομο είναι ικανό να σκέφτεται, να νοιώθει, να παλεύει και να εργάζεται για τον εαυτό του, αλλά εξαρτάται τόσο από την κοινωνία, στη φυσική, διανοητική και συναισθηματική του ύπαρξη, που είναι αδύνατο να διανοηθεί ή να κατανοήσει τον εαυτό του έξω από το πλαίσιο της κοινωνίας. Είναι η «κοινωνία», η οποία παρέχει στο άτομο φαγητό, ρουχισμό, σπίτι, τα εργαλεία της δουλειάς του, τη γλώσσα, τους τρόπους σκέψης καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των σκέψεών του. Η ζωή του είναι δυνατή χάρις στην εργασία και τα επιτεύγματα πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων στο παρελθόν και το παρόν, όλων αυτών που κρύβονται πίσω από τη λέξη «κοινωνία».

Επομένως, είναι προφανές ότι η εξάρτηση του ατόμου από την κοινωνία είναι ένα φυσικό γεγονός που δεν μπορεί να ακυρωθεί, ακριβώς όπως στην περίπτωση των μυρμηγκιών και των μελισσών. Παρόλ’ αυτά, ενώ ολόκληρη η ζωή των μυρμηγκιών και των μελισσών είναι καθορισμένη ακόμα και στις μικρότερες λεπτομέρειες από άκαμπτα, κληρονομικά ένστικτα, τα κοινωνικά μοτίβα και η αλληλεξάρτηση των ανθρώπων ποικίλλουν και μεταβάλλονται αρκετά. Η μνήμη, η ικανότητα να κάνει κανείς νέους συνδυασμούς, το δώρο της προφορικής επικοινωνίας, έχουν καταστήσει εφικτές εξελίξεις μεταξύ των ανθρώπων, οι οποίες δεν υπαγορεύονται από βιολογικές ανάγκες. Τέτοιες εξελίξεις είναι εμφανείς σε παραδόσεις, ιδρύματα και οργανισμούς, στη λογοτεχνία, σε επιστημονικά και μηχανικά επιτεύγματα, σε έργα τέχνης. Αυτό εξηγεί πώς συμβαίνει ότι, κατά κάποιο τρόπο, ο άνθρωπος μπορεί να επηρεάσει την ίδια του τη ζωή μέσα από τη συμπεριφορά του, καθώς και ότι σε αυτή τη διαδικασία παίζουν ρόλο η συνειδητή σκέψη και επιθυμία.

Ο άνθρωπος αποκτά, κατά τη γέννησή του και μέσω κληρονομικότητας, βιολογική σύσταση, που πρέπει να θεωρείται καθορισμένη και αμετάβλητη και η οποία περιλαμβάνει εκείνες τις φυσικές επιδιώξεις που είναι χαρακτηριστικές του ανθρώπινου είδους. Επιπρόσθετα, κατά τη διάρκεια της ζωής του, αποκτά μια πολιτισμική συγκρότηση, την οποία και υιοθετεί από την κοινωνία μέσω της επικοινωνίας καθώς και από άλλες επιρροές. Είναι αυτή η πολιτισμική συγκρότηση, η οποία με το πέρασμα του χρόνου, υπόκειται σε αλλαγή και καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, τη σχέση μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας. Η σύγχρονη ανθρωπολογία μάς έχει διδάξει, μέσα από τη συγκριτική μελέτη των -αποκαλούμενων και- πρωτόγονων πολιτισμών, ότι η κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων μπορεί να διαφέρει σημαντικά, ανάλογα με τα πολιτισμικά πρότυπα και τα είδη οργάνωσης που επικρατούν στην κοινωνία. Σε αυτό ακριβώς βασίζουν τις ελπίδες τους όσοι επιδιώκουν να καλυτερεύσουν την τύχη του ανθρώπου: Οι άνθρωποι δεν είναι καταδικασμένοι, λόγω της βιολογικής τους συγκρότησης, να αλληλοεξοντώνονται ή να παραδίδονται στο έλεος μιας σκληρής και αναπόφευκτης μοίρας.

Αν αναρωτηθούμε πώς πρέπει να αλλάξουμε τη διάρθρωση της ανθρώπινης κοινωνίας και του πολιτισμού, προκειμένου να κάνουμε την ανθρώπινη ζωή όσο πιο ευχάριστη γίνεται, θα πρέπει συνεχώς να έχουμε στο μυαλό μας ότι υπάρχουν ορισμένες συνθήκες τις οποίες δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Όπως αναφέραμε και πριν, η βιολογική φύση του ανθρώπου δεν υπόκειται σε αλλαγή, τουλάχιστον για όλους τους πρακτικούς σκοπούς. Επιπρόσθετα, η τεχνολογική και δημογραφική ανάπτυξη των τελευταίων αιώνων έχει δημιουργήσει συνθήκες που έχουν εδραιωθεί βαθιά. Σε σχετικά πυκνοκατοικημένες περιοχές, για την παραγωγή των αναγκαίων για τη ζωή αγαθών, απαιτούνται απαραίτητα καταμερισμός της εργασίας και ευρέως κεντρικοποιημένα μέσα παραγωγής. Η εποχή κατά την οποία άτομα ή σχετικά μικρές ομάδες μπορούσαν να έχουν πλήρη επάρκεια, έχει χαθεί για πάντα. Θα είναι απλώς μιά μικρή υπερβολή το να πούμε πως η ανθρωπότητα σήμερα αποτελεί μια παγκοσμιοποιημένη κοινότητα παραγωγής και κατανάλωσης.

Έχω φτάσει πλέον στο σημείο, όπου μπορώ να προσδιορίσω σύντομα τί αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, την ουσία της σημερινής κρίσης. Αφορά τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία. Το άτομο έχει συνειδητοποιήσει,  πιό πολύ από ποτέ, την εξάρτησή του από την κοινωνία. Όμως, δεν εκλαμβάνει την εξάρτηση αυτή ως θετικό στοιχείο, ως ένα οργανικό δεσμό, ως μια προστατευτική δύναμη, αλλά περισσότερο ως μια απειλή κατά των φυσικών του δικαιωμάτων, ή ακόμα και κατά της ίδιας της οικονομικής του ύπαρξης. Επιπλέον, η θέση του στην κοινωνία είναι τέτοια που οι εγωιστικές του επιδιώξεις επιτείνονται συνεχώς, ενώ οι κοινωνικές του επιδιώξεις, οι οποίες είναι και απο τη φύση τους πιο ασθενείς, σταδιακά χειροτερεύουν. Όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα της θέσης τους στην κοινωνία, υποφέρουν από τη διαδικασία αυτή. Αιχμάλωτοι του ίδιου τους του εγωισμού, χωρίς μάλιστα οι ίδιοι να το αντιλαμβάνονται, νοιώθουν ανασφαλείς, μοναχικοί και στερημένοι από την απλή, αθώα και χωρίς πολλές σκέψεις απόλαυση της ζωής. Ο άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή, την τόσο σύντομη και γεμάτη κινδύνους, μόνο αφιερώνοντας τον εαυτό του στην κοινωνία.

Η πραγματική πηγή του κακού είναι, κατά τη γνώμη μου, η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως τη βιώνουμε σήμερα. Έχουμε μπροστά μας ένα τεράστιο σύνολο παραγωγών που ακατάπαυστα  πασχίζουν να στερήσει ο ένας από τον άλλο τους καρπούς της συλλογικής τους εργασίας – όχι με τη βία, αλλά με την πιστή συμμόρφωση σε ένα σύστημα νομικών κανόνων. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι τα μέσα παραγωγής – δηλαδή το σύνολο των παραγωγικών δυνάμεων που είναι απαραίτητες για την παραγωγή καταναλωτικών και άλλων απαραίτητων αγαθών – μπορεί νομικώς να είναι, και το μεγαλύτερο μέρος είναι, ατομική ιδιωτική περιουσία.

Για λόγους απλότητας, θα αποκαλώ στη συνέχεια «εργάτες» όλους εκείνους που δεν έχουν στην κατοχή τους μέσα παραγωγής – αν και αυτό δεν αντιστοιχεί πλήρως στη συνηθισμένη χρήση του όρου-. Ο ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής (ΣΤΜ: στη συνέχεια θα αποκαλείται «καπιταλιστής», θα μπορούσαμε επίσης να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη «κεφαλαιοκράτης») είναι σε θέση να αγοράζει την εργατική δύναμη από τον εργάτη. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής, ο εργάτης παράγει νέα εμπορεύματα που γίνονται ιδιοκτησία του καπιταλιστή. Το βασικό σημείο σε αυτή τη διαδικασία είναι η σχέση μεταξύ των προϊόντων που ο εργάτης παράγει και της αμοιβής του, και τα δύο μετρήσιμα σε όρους πραγματικής αξίας. Όσο η σύμβαση εργασίας είναι «ελεύθερη», αυτό που ο εργάτης λαμβάνει δεν καθορίζεται από την πραγματική αξία των προϊόντων που παράγει, αλλά από τις ελάχιστες ανάγκες του καθώς και από τις ανάγκες των καπιταλιστών σε εργατική δύναμη σε σχέση με τον αριθμό των εργατών, που συναγωνίζονται για τις θέσεις εργασίας (ΣΤΜ: προσφορά και ζήτηση εργατικής δυναμης). Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι, ακόμα και στη θεωρία, η αμοιβή του εργάτη δεν καθορίζεται από την αξία του προϊόντος που παράγει.

Το ιδιωτικό κεφάλαιο τείνει να συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια, εν μέρει εξαιτίας του ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστών και εν μέρει επειδή η τεχνολογική ανάπτυξη και ο εντεινόμενος καταμερισμός της εργασίας ενθαρρύνουν το σχηματισμό μεγαλύτερων παραγωγικών μονάδων σε βάρος των μικρότερων. Το αποτέλεσμα της ανάπτυξης αυτής είναι μια ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου, η τεράστια δύναμη της οποίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά ακόμα και στα πλαίσια μιας δημοκρατικά πολιτικά οργανωμένης κοινωνίας. Αυτό συμβαίνει, γιατί τα μέλη των νομοθετικών οργάνων επιλέγονται από πολιτικά κόμματα, τα οποία σε μεγάλο βαθμό χρηματοδοτούνται ή επηρεάζονται με άλλους τρόπους από τους ιδιώτες καπιταλιστές, οι οποίοι διαχωρίζουν, για πολύ πρακτικούς λόγους, το εκλογικό σώμα από τους νομοθέτες. Το αποτέλεσμα είναι οι αντιπρόσωποι του λαού να μην υπερασπίζονται ικανοποιητικά τα συμφέροντα των λιγότερο  προνομιούχων ομάδων του πληθυσμού. Επιπρόσθετα, κάτω από τις υπάρχουσες συνθήκες, οι ιδιώτες καπιταλιστές αναπόφευκτα ελέγχουν, άμεσα ή έμμεσα, τις κύριες πηγές πληροφόρησης (τύπο, ραδιόφωνο, εκπαίδευση). Για το λόγο αυτό, είναι εξαιρετικά δύσκολο και στις περισσότερες περιπτώσεις απλώς αδύνατο ένας πολίτης να μπορεί να εξάγει αντικειμενικά συμπεράσματα και να ασκεί με έξυπνο τρόπο τα πολιτικά του δικαιώματα.

Επομένως, η κατάσταση που επικρατεί σε μία οικονομία που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία του κεφαλαίου χαρακτηρίζεται από δύο κύριες αρχές: πρώτον, τα μέσα παραγωγής (κεφάλαιο) αποτελούν ατομική ιδιοκτησία και οι ιδιοκτήτες τους τα διαχειρίζονται κατά την κρίση τους και δεύτερον, η σύμβαση εργασίας είναι ελεύθερη. Φυσικά, δεν υπάρχει μιά αμιγώς καπιταλιστική κοινωνία, με αυτήν την έννοια. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι εργάτες, μέσα από μακρόχρονη και σκληρή πολιτική πάλη, έχουν πετύχει να διασφαλίσουν μια κάπως βελτιωμένη μορφή της «ελεύθερης εργασιακής σύμβασης» για κάποιες κατηγορίες εργατών. Αλλά στο σύνολό της η σημερινή οικονομία δε διαφέρει πολύ από τον «καθαρό» καπιταλισμό.

Η παραγωγή πραγματοποιείται για το κέρδος και όχι για το όφελος. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι, όλοι όσοι είναι ικανοί και πρόθυμοι να εργαστούν, θα μπορούν πάντοτε να βρουν μια δουλειά. Σχεδόν πάντα υπάρχει μια «στρατιά ανέργων». Ο εργάτης φοβάται συνεχώς ότι μπορεί να χάσει τη δουλειά του. Καθώς οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι εργάτες δεν αποτελούν μια κερδοφόρα αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών υποχρεωτικά περιορίζεται, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες. Η τεχνολογική πρόοδος συχνά οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας αντί για τη διευκόλυνση της εργασίας για όλους. Το κίνητρο του κέρδους, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστών, ευθύνεται για την αστάθεια στη συσσώρευση και χρησιμοποίηση του κεφαλαίου, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε όλο και χειρότερες καταστάσεις ύφεσης. Ο χωρίς όρια ανταγωνισμός οδηγεί σε μια τεράστια απώλεια εργασίας, ακρωτηριάζοντας έτσι την κοινωνική συνείδηση των ατόμων, όπως ανέφερα και νωρίτερα.

Θεωρώ αυτόν τον ακρωτηριασμό των ατόμων το μεγαλύτερο κακό του καπιταλισμού. Το σύνολο του εκπαιδευτικού μας συστήματος υποφέρει από αυτό το κακό. Μια υπέρμετρα ανταγωνιστική στάση εμφυτεύεται στους μαθητές, οι οποίοι εκπαιδεύονται  να λατρεύουν την άπληστη επιτυχία ως προετοιμασία για τη μελλοντική τους καριέρα.

Είμαι πεπεισμένος ότι μόνο ένας δρόμος υπάρχει για να εξαλειφθεί όλο αυτό το θανατηφόρο κακό, κι αυτός δεν είναι άλλος από την εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής οικονομίας, μ’ ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο θα είναι προσανατολισμένο προς την επίτευξη κοινωνικών στόχων. Σε μια τέτοια οικονομία, η ίδια η κοινωνία κατέχει τα μέσα παραγωγής και τα διαχειρίζεται με βάση το σχεδιασμό. Μια σχεδιασμένη οικονομία, η οποία θα προσαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινωνίας, θα κατανέμει την εργασία που πρέπει να γίνει σε αυτούς που είναι ικανοί να εργαστούν και θα εγγυάται τα προς το ζην σε κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί. Η παιδεία, εκτός από την ανάπτυξη των έμφυτων ικανοτήτων του κάθε ατόμου, θα προσπαθεί να αναπτύξει την έννοια της ευθύνης για το συνάνθρωπο, στη θέση της εξύμνησης της εξουσίας και της επιτυχίας, όπως γίνεται στη σημερινή κοινωνία.

Ωστόσο, είναι απαραίτητο να θυμόμαστε ότι μια σχεδιασμένη οικονομία δεν είναι ακόμα σοσιαλισμός. Η σχεδιασμένη κοινωνία, αυτή καθεαυτή, μπορεί να συνοδεύεται από την πλήρη υποδούλωση της προσωπικότητας. Η επίτευξη του σοσιαλισμού προϋποθέτει την επίλυση ορισμένων εξαιρετικά δύσκολων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων: για παράδειγμα, πώς είναι δυνατόν, λαμβάνοντας υπόψη την εκτεταμένη συγκέντρωση της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, να αποτραπεί η γραφειοκρατία απ΄ το να γίνει παντοδύναμη και υπερφίαλη; Πώς μπορούν να προστατευτούν τα ατομικά δικαιώματα και ταυτόχρονα να  υπάρχει εγγύηση ενός δημοκρατικού αντίβαρου στην εξουσία της γραφειοκρατίας;

Η σαφήνεια σχετικά με τους στόχους και τα προβλήματα του σοσιαλισμού είναι εξαιρετικά σημαντική σ’ αυτή τη μεταβατική εποχή. Δεδομένου ότι στις σημερινές συνθήκες, η ελεύθερη και ανεμπόδιστη συζήτηση αυτών των προβλημάτων είναι πρακτικά υπό απαγόρευση, θεωρώ ότι η έκδοση του περιοδικού αυτού (ΣΤΜ: “Monthly Review) αποτελεί μια σημαντική υπηρεσία προς την κοινωνία.

Albert Einstein

Πρώτη έκδοση: Monthly Review, May 1949

Μετάφραση στα ελληνικά: Ευρυτάνας Ταξιδιώτης, Μάρτης 2012