ΕΡΤ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Σαν σήμερα οι Ελληνίδες αποκτούν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι


Στις 28 Μαΐου 1952 ο νόμος 2159, κατοχυρώνει το δικαίωμα της γυναίκας όχι μόνο να εκλέγει, αλλά και να εκλέγεται στις Δημοτικές και Βουλευτικές εκλογές. Παρόλα αυτά, οι Ελληνίδες δεν μπορούν να ψηφίσουν στις εκλογές του Νοέμβρη που ακολουθεί, αφού δεν έχουν ενημερωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι. Στις επαναληπτικές εκλογές, ωστόσο, λίγους μήνες αργότερα, εκλέγεται στη Θεσσαλονίκη πρώτη γυναίκα βουλευτής στην ιστορία της Ελλάδας, η Ελένη Σκούρα.


Το 1844 πραγματοποιείται η Α΄ Εθνοσυνέλευση και ψηφίζεται το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας, το οποίο ορίζει στο άρθρο 3 ότι « οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου», ξεχνώντας παντελώς να αναφέρει τον υπόλοιπο πληθυσμό, ήτοι τις Ελληνίδες, οι οποίες είχαν μάλιστα προσφέρει ουκ ολίγα στον πόλεμο για την ανεξαρτησία από τον οθωμανικό ζυγό. Έτσι, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘20 θεωρούνταν δεδομένο ότι μόνον οι άνδρες είχαν δικαίωμα να μετέχουν στις εκλογικές διαδικασίες, ενώ η γυναικεία ψήφος θεωρείτο «πράγμα επικίνδυνον, άρα αποκρουστέον».

Το 1921 ο πρωθυπουργός Γούναρης επαναφέρει στη Βουλή την πρόταση για ψήφο των γυναικών αλλά προκαλούνται βίαιες αντιδράσεις από πολλούς πολέμιους της ιδέας. Η πρόταση επιστρέφει εκ νέου το 1924 και μετά από ακόμα πέντε χρόνια διαμάχης, υπερψηφίζεται και με Προεδρικό Διάταγμα. Στις 5 Φεβρουαρίου 1930, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα (μόνο) του εκλέγειν για τις Ελληνίδες.

Δεν έλειπαν ωστόσο οι περιορισμοί, αφού το δικαίωμα ψήφου ίσχυε μόνο για τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές και αφορούσε μόνο στις εγγράμματες γυναίκες, που είχαν συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας τους. Έτσι, για πρώτη φορά οι γυναίκες ψήφισαν στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934. ΟΙ προκαταλήψεις, η μη εγγραφή στους καταλόγους και ο μεγάλος αριθμός αναλφάβητων γυναικών έχει ως αποτέλεσμα να ψηφίσουν μόλις 240 – 480 κυρίες.

Η Ελληνική Βουλή ψηφίζει το νόμο 2159 στις 28 Μαΐου 1952 ο οποίος παραχωρεί ίσα πολιτικά δικαιώματα στις γυναίκες. Ωστόσο δεν ασκείται το δικαίωμα στις προσεχείς εκλογές του Νοεμβρίου αφού δεν είχαν ενημερωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι. Λίγους μήνες αργότερα, όμως, σε επαναληπτικές εκλογές που διεξήχθησαν στη Θεσσαλονίκη, εξελέγη η πρώτη γυναίκα βουλευτής. Πρόκειται για την Ελένη Σκούρα, του Ελληνικού Συναγερμού, η οποία μαζί με την Βιργινία Ζάννα, του Κόμματος Φιλελευθέρων, υπήρξαν οι πρώτες γυναίκες υποψήφιες για το βουλευτικό αξίωμα.

Σε βουλευτικές εκλογές, οι Ελληνίδες ψήφισαν για πρώτη φορά στις 19 Φεβρουαρίου 1956, οπότε η Λίνα Τσαλδάρη της ΕΡΕ και η Βάσω Θανασέκου της Δημοκρατικής Ένωσης κέρδισαν την είσοδό τους στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Μάλιστα η Λίνα Τσαλδάρη έγινε και η πρώτη γυναίκα υπουργός, αναλαμβάνοντας το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στην κυβέρνηση Καραμανλή. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια χρονιά εξελέγη και η πρώτη γυναίκα Δήμαρχος, η Μαρία Δεσύλλα στην Κέρκυρα. Πρέπει να περάσουν ακόμα δυο δεκαετίες, ώσπου το Σύνταγμα του 1975 να ορίσει επιτέλους ότι «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είναι ίσοι».  

Η Εφημερίδα Κυριών και η Καλλιρόη Παρρέν Στον αγώνα για τη συμμετοχή των γυναικών στα πολιτικά πράγματα της χώρας, πρωτοστάτησε το φεμινιστικό κίνημα, με πιο σημαντική φωνή έκφρασης των διεκδικήσεων αυτήν της Καλλιρρόης Παρρέν, το γένος Σιγανού. Πρόκειται για την πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που δημοσιογράφησε και εξέδιδε από το 1887 και για 31 χρόνια την «Εφημερίδα των Κυριών». Η Εφημερίδα των Κυριών διατύπωνε από τον 19ο αι. το θαρραλέο σύνθημα «Ψήφος στη Γυναίκα» παρά τα ειρωνικά, υβριστικά, και απειλητικά σχόλια εναντίον της «αναρχικής» Καλλιρρόης Παρρέν από τον Τύπο της εποχής.

Η Καλλιρόη Παρρέν, αγωνίστηκε κατά της αμάθειας και των προλήψεων, εκφράζοντας έναν υγιή φεμινισμό που ζητούσε ισοτιμία των δύο φύλων και όχι αναστροφή ρόλων. Με την βοήθεια όμως κάποιων λιγοστών υποστηρικτών της, μεταξύ των οποίων και οι Κωστής Παλαμάς και Γρηγόρης Ξενόπουλος, η Παρρέν κατόρθωσε να επιβάλει τον διεκδικητικό λόγο της και να συνεχίσει τον αγώνα της για 31 συνεχή χρόνια, διακόπτοντας μόνον όταν το 1918 εξορίστηκε για περίπου 10 μήνες στην Ύδρα λόγω των πολιτικών της φρονημάτων.

Η Καλλιρόη Παρρέν, στην οποία ο Παλαμάς είχε αφιερώσει και ένα ποίημά του («Χαίρε γυναίκα της Αθήνας, Μαρία, Ελένη, Εύα. Να η ώρα σου. Τα ωραία σου φτερά δοκίμασε και ανέβα και καθώς είσαι ανάλαφρη και πια δεν είσαι σκλάβα προς τη μελλούμενη άγια γη πρωτύτερα εσύ τράβα και ετοίμασε τη νέα ζωή, μιας νέας χαράς υφάντρα και ύστερα αγκάλιασε, ύψωσε και φέρε εκεί τον άντρα…») εκπροσώπησε την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα την Ελλάδα σε διεθνή Συνέδρια Γυναικών στο Παρίσι, το Λονδίνο και το Σικάγο (1888, 1889, 1893, 1896, 1900).

Η Καλλιρόη Παρρέν, παρόλο που πέτυχε να πείσει τον πρωθυπουργό Δ. Γούναρη να τοποθετηθεί προσωπικά υπέρ την χορήγησης ψήφου στις γυναίκες, δεν πρόλαβε να δει την χορήγηση των ίσων εκλογικών δικαιωμάτων αφού πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 16 Ιανουαρίου 1940 στην Αθήνα. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη στο 1ο Νεκροταφείο, όπου πέντε δεκαετίες αργότερα, στις 6 Ιουνίου 1992, έγιναν τα αποκαλυπτήρια προτομής της από τον Δήμο Αθηναίων.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Εργατική Πρωτομαγιά

Η ετήσια γιορτή, με παγκόσμιο χαρακτήρα των ανθρώπων της μισθωτής εργασίας. Με συγκεντρώσεις και πορείες, η εργατική τάξη βρίσκει την ευκαιρία να προβάλει τα κοινωνικά και οικονομικά της επιτεύγματα και να καθορίσει το διεκδικητικό της πλαίσιο για το μέλλον. Η Πρωτομαγιά είναι απεργία και όχι αργία, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές χώρες του κόσμου.
Η Πρωτομαγιά, ως εργατική γιορτή, καθιερώθηκε στις 20 Ιουλίου1889, κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δεύτερης Διεθνούς (Σοσιαλιστικής Διεθνούς) στο Παρίσι, σε ανάμνηση του ξεσηκωμού των εργατών του Σικάγου την 1η Μαΐου 1886, που διεκδικούσαν το οκτάωρο και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Κατέληξε σε αιματοχυσία λίγες μέρες αργότερα, με την επέμβαση της αστυνομίας και των μπράβων της εργοδοσίας.

Τα γεγονότα του Σικάγου

Τα εργατικά συνδικάτα των ΗΠΑ αποφάσισαν την έναρξη απεργιακών κινητοποιήσεων την 1η Μαΐου 1886 για το οκτάωρο, ωθούμενα από τις επιτυχημένες διεκδικήσεις των καναδών συντρόφων τους. Την περίοδο εκείνη το κανονιστικό πλαίσιο εργασίας στις ΗΠΑ ήταν σχεδόν ανύπαρκτο και οι εργοδότες μπορούσαν να απασχολούν το προσωπικό τους κατά το δοκούν, ακόμη και τις Κυριακές.
Στην απεργία πήραν μέρος περίπου 350.000 εργάτες σε 1.200 εργοστάσια των ΗΠΑ. Την Πρωτομαγιά του 1886 έγινε στο Σικάγο η πιο μαχητική πορεία, με τη συμμετοχή 90.000 ανθρώπων. Στην κεφαλή της πορείας ήταν ο αναρχοσυνδικαλιστής Άλμπερτ Πάρσονς, η γυναίκα του Λούσι και τα επτά παιδιά τους.
Το πρώτο αίμα χύθηκε δύο ημέρες αργότερα έξω από το εργοστάσιο ΜακΚόρμικ στο Σικάγο. Απεργοσπάστες προσπάθησαν να διασπάσουν τον απεργιακό κλοιό και ακολούθησε συμπλοκή. Η Αστυνομία και οι μπράβοι της επιχείρησης επενέβησαν δυναμικά. Σκότωσαν τέσσερις απεργούς και τραυμάτισε πολλούς, προκαλώντας οργή στην εργατική τάξη της πόλης.
Την επομένη αποφασίστηκε συλλαλητήριο καταδίκης της αστυνομικής βίας στην Πλατεία Χεϊμάρκετ, με πρωτοστατούντες τους αναρχικούς. Η συγκέντρωση ήταν πολυπληθής και ειρηνική. Το κακό, όμως, δεν άργησε να γίνει. Οι αστυνομικές δυνάμεις πήραν εντολή να διαλύσουν δια της βίας τη συγκέντρωση και τότε από το πλήθος των απωθούμενων διαδηλωτών ρίφθηκε μια χειροβομβίδα προς το μέρος τους, η οποία εξερράγη, σκοτώνοντας έναν αστυνομικό και τραυματίζοντας δεκάδες. Η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά βούληση κατά των συγκεντρωμένων, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τουλάχιστον τέσσερις διαδηλωτές και να τραυματιστεί απροσδιόριστος αριθμός, ενώ έξι αστυνομικοί έχασαν τη ζωή τους από πυρά (φίλια ή των διαδηλωτών παραμένει ανεξακρίβωτο), ανεβάζοντας τον αριθμό τους σε επτά.
Για τη βομβιστική επίθεση, που προκάλεσε τον θάνατο του αστυνομικού, κατηγορήθηκαν οι αναρχοσυνδικαλιστές Άουγκουστ Σπις, Γκέοργκ Έγκελ, Άντολφ Φίσερ, Λούις Λινγκ, Μίκαελ Σβαμπ, Σάμουελ Φίλντεν, Όσκαρ Νίμπι και Άλμπερτ Πάρσονς, που ήταν από τους οργανωτές της διαδήλωσης. Όλοι, εκτός του Πάρσονς και του Φίλντεν, ήταν γερμανοί μετανάστες. Η δίκη των οκτώ ξεκίνησε στις 21 Ιουνίου 1886. Ο εισαγγελέας Τζούλιους Γκρίνελ ζήτησε τη θανατική ποινή και για τους οκτώ κατηγορουμένους, χωρίς να προσκομίσει κανένα στοιχείο που να τους συνδέει με τη βομβιστική επίθεση. Απλώς, είπε ότι οι κατηγορούμενοι ενθάρρυναν με τους λόγους τους τον άγνωστο βομβιστή να πραγματοποιήσει την αποτρόπαια πράξη του, γι’ αυτό κρίνονται ένοχοι συνωμοσίας.
Από την πλευρά της, η υπεράσπιση έκανε λόγο για προβοκάτσια και συνέδεσε τη βομβιστική επίθεση με το διαβόητο πρακτορείο ντετέκτιβ «Πίνκερτον», που συχνά χρησιμοποιούσαν οι εργοδότες ως απεργοσπαστικό μηχανισμό. Οι ένορκοι εξέδωσαν την ετυμηγορία τους στις 20 Αυγούστου 1886 κι έκριναν ενόχους και τους οκτώ κατηγορούμενους. Οι Σπις, Έγκελ, Φίσερ, Λινγκ, Σβαμπ, Φίλντεν και Πάρσονς καταδικάστηκαν σε θάνατο, ενώ ο Νίμπι σε κάθειρξη 15 ετών. Μετά την εξάντληση και του τελευταίου ενδίκου μέσου, ο κυβερνήτης της Πολιτείας του Ιλινόις, Ρίτσαρντ Όγκλεσμπι, μετέτρεψε σε ισόβια τις θανατικές ποινές των Σβαμπ και Φίλντεν, ενώ ο Λιγκ αυτοκτόνησε στο κελί του. Έτσι, στις 11 Νοεμβρίου 1887 οι Σπις, Πάρσονς, Φίσερ και Έγκελ οδηγήθηκαν στην αγχόνη, τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα». Η δίκη των οκτώ θεωρείται από διαπρεπείς αμερικανούς νομικούς ως μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις κακοδικίας στην ιστορία των ΗΠΑ.
Στις 26 Ιουνίου 1893 ο κυβερνήτης του Ιλινόις, Τζον Πίτερ Άλτγκελντ παραδέχθηκε ότι και οι οκτώ καταδικασθέντες ήταν αθώοι και κατηγόρησε τις αρχές του Σικάγου ότι άφησαν ανεξέλεγκτους τους ανθρώπους του «Πίνκερτον». Ως μια ύστατη πράξη δικαίωσης έδωσε χάρη στους φυλακισμένους Φίλντεν, Νίμπε και Σβαμπ. Αυτό ήταν και το πολιτικό του τέλος. Αργότερα, ο επικεφαλής της αστυνομίας του Σικάγου, που έδωσε την εντολή για τη διάλυση της συγκέντρωσης, καταδικάσθηκε για διαφθορά. Μέχρι σήμερα παραμένει ανεξακρίβωτο ποιος ήταν ο δράστης της βομβιστικής επίθεσης.

Η Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

Στη χώρα μας, ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς έγινε το 1893, στην Αθήνα, με πρωτοβουλία του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Σταύρου Καλλέργη. Η 1η Μαΐου ήταν Σάββατο και εργάσιμη. Έτσι, επελέγη η Κυριακή 2 Μαΐου, για να έχει η γιορτή μαζικό χαρακτήρα.
Σύμφωνα με την εφημερίδα «Σοσιαλιστής», που εξέδιδε ο Καλλέργης, στις 5 το απόγευμα της Κυριακής συγκεντρώθηκαν στο Στάδιο πάνω από 2.000 σοσιαλιστές και εργαζόμενοι. Η «Εφημερίς» τους υπολόγισε μόνο σε 200 και σημείωνε σε άρθρο της: «Οι πλείστοι εξ αυτών ήσαν εργάται, ευπρεπώς κατά το πλείστον ενδεδυμένοι, με ερυθράς κονκάρδας επί της κομβιοδόχης, και πολύ ήσυχοι άνθρωποι. Αυτοί είναι οι πρώτοι σοσιαλισταί εν Ελλάδι, και συνήλθον χθες εις το πρώτον αυτών εν Αθήναις συλλαλητήριον».
Οι συγκεντρωμένοι ενέκριναν ψήφισμα το οποίο είχε ως εξής:

«Συνελθόντες σήμερον την 2 Μαΐου, ημέραν Κυριακήν και ώραν 5 μ.μ. εν τω Αρχαίω Σταδίω, οι κάτωθι υπογεγραμμένοι μέλη του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου» και υπό μισθόν πάσχοντες εψηφίσαμεν:
Α) Την Κυριακήν να κλείωσι τα καταστήματα, καθ’ όλην την ημέραν, και οι πολίται ν’ αναπαύωνται.
Β) Οι εργάται να εργάζωνται 8 ώρας την ημέραν.
Γ) Ν’ απονέμηται σύνταξις εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς διατήρησιν εαυτών και της οικογενείας των.
Δ) Το συμβούλιον του «Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου» να επιδώση το ψήφισμα εις την Βουλήν.»

Το ψήφισμα επεδόθη, τελικά, στον Πρόεδρο της Βουλής την 1η Δεκεμβρίου 1893 από τον Σταύρο Καλλέργη. Ο πρωτοπόρος σοσιαλιστής ανήλθε στη συνέχεια στο δημοσιογραφικό θεωρείο και περίμενε με ανυπομονησία από τον Πρόεδρο της Βουλής να το εκφωνήσει. Αυτός κωλυσιεργούσε και «ησχολείτο εις την ανάγνωσιν ετέρων αναφορών προερχομένων εκ διαφόρων προσώπων και πραγματευομένων κατά το μάλλον και ήττον περί ανέμων και υδάτων», όπως έγραψε στον «Σοσιαλιστή».
Ο Καλλέργης διαμαρτυρήθηκε μεγαλοφώνως και με εντολή του Προέδρου συνελήφθη για διατάραξη της συνεδρίασης. Οι στρατιώτες της φρουράς, αφού τον κτύπησαν με τα κοντάκια των όπλων τους, τον μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα, όπου παρέμεινε επί διήμερο. Στις 9 Δεκεμβρίου 1983 δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 ημερών, τις οποίες εξέτισε στις φυλακές του Παλαιού Στρατώνα. Με τον περιπετειώδη αυτό τρόπο έληξε και τυπικά ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα.
 
 
Καλά είναι τα στεφανάκια και τα λουλουδάκια κι όλα αυτά τα ανοιξιάτικα τα όμορφα, αλλά η 1η Μάη έχει μία διαφορετική σημασία και βαρύτητα για τους εργαζόμενους. 
Πάνω απ' όλα, η 1η Μάη, υπενθυμίζει, ότι τα δικαιώματα των εργαζομένων κερδήθηκαν με αγώνες, ενίοτε αιματηρούς. Είναι τα δικαιώματα, τα οποία σήμερα σαρώνονται το ένα μετά το άλλο, υπέρ μιας υποτιθέμενης σωτηρίας, μίας υποτιθέμενης μεταρρύθμισης, μίας υποτιθέμενης προόδου.

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Το Κατοχικό δάνειο



Κατά την διάρκεια της γερμανικής Κατοχής εκτός από την κάλυψη των δαπανών για τη διαβίωση των γερμανικών στρατευμάτων, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να δώσει στους Γερμανούς ένα σημαντικό ποσό ως δάνειο, μέρος του οποίου χρησιμοποιήθηκε και για τον πόλεμο στη Βόρεια Αφρική.

Ο Ξενοφών Ζολώτας είχε αποκαλύψει (Ο απόρρητος φάκελος του δανείου, «Το Βήμα», 2 Ιουνίου 1991) ότι «ακόμα και ο ίδιος ο Χίτλερ όχι μόνο είχε αναγνωρίσει τα δάνεια του Γ' Ράιχ από την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά είχε δώσει εντολή και είχε αρχίσει η διαδικασία εξόφλησής τους».

Η Ελλάδα από τη λήξη του Πολέμου δεν έπαυσε να «υπενθυμίζει» στη Γερμανία την εκκρεμότητα του κατοχικού δανείου. Το 1964 συγκροτήθηκε και επιτροπή νομικών, η οποία αποφάνθηκε ότι τα κατοχικά δάνεια αποτελούν συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας, άσχετη με τις επανορθώσεις και αποζημιώσεις.

Ακόμη και επί Κατοχής ο πληρεξούσιος του Ράιχ στην Ελλάδα Αλντερπουργκ, με γραπτό υπόμνημά του στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών, τον Ιούλιο 1964, είχε αναφέρει ότι η οφειλή της Γερμανίας στην Ελλάδα από το δάνειο ανερχόταν σε 200 εκατ. χρυσά μάρκα, δηλαδή σε 400 εκατ. σταθερά μεταπολεμικά μάρκα. 



Η πρώτη επίσημη ανακίνηση του θέματος του δανείου έγινε το 1964, με εντολή της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, από τον καθηγητή Αγγελο Αγγελόπουλο σε φορολογικό συνέδριο στο Αμβούργο. Ο διευθυντής του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών Ράινχαρτ του απάντησε ότι το 1958 η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε παραιτηθεί από τις αξιώσεις για το κατοχικό δάνειο με αντάλλαγμα γερμανικό δάνειο 200 εκατ. μάρκων!

Ο Ράινχαρτ επιβεβαίωσε αυτή την εκδοχή με επιστολή στον Γεώργιο Παπανδρέου, η οποία κατέληγε: «Υπό τας προϋποθέσεις αυτάς δεν πιστεύω ότι η ελληνική κυβέρνησις, επικαλούμενη τη συμφωνία της Ρώμης θα ηδύνατο να επιτύχει τις αξιώσεις της. Θα ήτο, επομένως, προτιμότερον να μη επανέλθει επί της υποθέσεως».

Ο Αγγελόπουλος ερεύνησε το θέμα στους εμπιστευτικούς φακέλους των συνομιλιών Αντενάουερ - Καραμανλή. Δεν υπήρχε αναφορά σε παραίτηση Καραμανλή. Οι Γερμανοί απάντησαν ότι ήταν προφορική!

Δώδεκα φορές οι κυβερνήσεις ανακίνησαν το θέμα του κατοχικού δανείου μετά την ενοποίηση της Γερμανίας. Τελευταία φορά, το 2001, η κυβέρνηση Σημίτη συγκρότησε επιτροπή, η οποία συνέταξε υπόμνημα που επιδόθηκε στον καγκελάριο Σρέντερ. Ο αείμνηστος καθηγητής Γιώργος Παπαδημητρίου που μετείχε στην επιτροπή περιέγραψε την αντίδραση των Γερμανών: «Σαν να υψώθηκε μπροστά μας ένας γυάλινος πύργος - ξαφνικά πάγωσαν τα χαμόγελα των συνομιλητών μας, απέκλεισαν κάθε σχετική συζήτηση».

Το ξέχασαν

Το δάνειο υπεγράφη με όλους τους τύπους, η Ελλάδα πλήρωνε αναγκαστικά αλλά και οι Γερμανοί σύμφωνα με την πρόβλεψη άρχισαν να ξεπληρώνουν τις οφειλές τους. Υστερα βέβαια το χρέος... έπεσε στη λήθη της ιστορίας και το κατοχικό δάνειο ουδέποτε αποπληρώθηκε.

«Από το 1941 η Ελλάδα βίωνε έναν τρομακτικό λιμό. Ακόμα και ο διαβόητος υπουργός προπαγάνδας των ναζί ο Γκέμπελς έγραφε στο ημερολόγιό του για την Ελλάδα όπου «η πείνα έχει καταστεί ενδημική νόσος. Στους δρόμους της Αθήνας οι άνθρωποι πεθαίνουν κατά χιλιάδες από εξάντληση». Το Λονδίνο είχε κηρύξει την Ελλάδα σε επισιτιστική καραντίνα με στόχο να πλήξει την οικονομία του Αξονα, αλλά και να υποκινήσει στην Ελλάδα την αντίσταση. 



Ο υποσιτισμός απασχολούσε τους Γερμανούς στο μέτρο που αυτός μπορούσε να υποκινήσει λαϊκές αναταραχές. Παράλληλα και ο Μουσολίνι πίεζε τον Χίτλερ να μειώσει τις δαπάνες κατοχής στην Ελλάδα και η κυβέρνηση Τσολάκογλου διαμαρτυρόταν για τα υπέρογκα έξοδα κατοχής» σημειώνει ο κ. Τάσος Ηλιαδάκης, συγγραφέας αποκαλυπτικών έργων και βιβλίων για τα γεγονότα της εποχής.

Πότε υπεγράφη το δάνειο

Στις 14.3.1942 τερματίζεται η Συνδιάσκεψη της Ρώμης με την υπογραφή και του κατοχικού δανείου. Τη σύμβαση υπέγραψαν οι πληρεξούσιοι της Ιταλίας και της Γερμανίας στην Ελλάδα, αντίστοιχα Γκίτζι και Αλτενμπουργκ. Στους άμεσα ενδιαφερόμενους, στην Ελλάδα δηλαδή, η συμφωνία ανακοινώθηκε εννέα ημέρες μετά.

Σύμφωνα με αυτήν:

Η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται κατά μήνα να καταβάλλει έξοδα κατοχής 1,5 δισ. δρχ., ποσό το οποίο θα κατανέμεται εξίσου μεταξύ των δύο Δυνάμεων Κατοχής (άρθρο 2).

Οι αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος άνω του ποσού αυτού θα χρεώνονται ως δάνειο στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας σε δραχμές άτοκες (άρθρο 3).

Η επιστροφή των δανειακών αναλήψεων θα γίνει αργότερα (άρθρο 4).

Η συμφωνία ισχύει αναδρομικά από 1.1.1942 (άρθρο 5).

Η πρώτη τροποποίηση

«Ηταν συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας, που επιβάλλεται στην Ελλάδα. Δηλαδή είναι αναγκαστικό δάνειο. Υπόχρεος καταβολής του είναι η Ελληνική Κυβέρνηση και όχι η Τράπεζα της Ελλάδος . Επομένως ο νόμιμος διεκδικητής του είναι η ελληνική κυβέρνηση. Το ύψος των συνολικών αναλήψεων και πότε αυτές θα σταματήσουν δεν προσδιορίζονται. Οι αναλήψεις γίνονται κατά μήνα και δεν προσδιορίζεται ούτε το ύψος των άνω του 1,5 δισ. δρχ. ποσού ούτε το για πόσους μήνες θα έπαιρναν αυτά οι Αρχές Κατοχής» εξηγεί ο κ . Ηλιαδάκης. «Η χρέωση θα γίνεται σε δραχμές. Οι δραχμές όμως αυτές αντιστοιχούσαν σε εντελώς καθορισμένο ποσό μάρκων που ήδη είχαν απαιτήσει οι Γερμανοί από την ΤτΕ η οποία υποχρεώνεται ''όπως ρυθμίζει κατά τοιούτον τρόπον την επάρκειαν του χαρτονομίσματος εις δραχμάς ώστε να εξασφαλισθή μηνιαίως, διά τας ανάγκας του γερμανικού στρατού, ποσόν 25 εκ. μάρκων''. Επομένως η απαίτηση είναι σε μάρκα και το 1,5 δισ. δρχ. της συμφωνίας της Ρώμης δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα 25 εκ. μάρκα».

Ο αδηφάγος πληθωρισμός όμως εξανέμιζε το ποσό του 1,5 δισ. δρχ. και τελικά η συμφωνία από 2 Δεκεμβρίου 1942 θα τροποποιηθεί «κοινή συναινέσει». Ετσι το 1,5 δισ. δρχ. θα γίνει 8 δισ., τα οποία θα αναπροσαρμόζονται με κινητή τιμαριθμική κλίμακα από τα αγαθά που κατονομάζει. Επομένως τα άνω των 8 δισ. δρχ. ποσά, όπως αυτά προσδιορί­ζονται από την τροποποίηση, θα χρεώνονται ως δάνειο. Τα δανειακά ποσά που ήδη είχαν πάρει, όπως και αυτά που θα πάρουν μέχρι την 31.3.1943, θα αρχίσουν να εξοφλούνται από τον Απρίλιο του 1943 με δόσεις.

Συνεπώς το αρχικό αναγκαστικό δάνειο μεταπίπτει σε κανονικό συμβατικό δάνειο και τα ποσά είναι σε σταθερό νόμισμα. «Τα δανειακά ποσά σταματούν την 1.4.1943, οπότε αρχίζει η άτοκος επιστροφή τους. Επειδή οι δανειακές αναλήψεις δεν σταμάτησαν, αν και πραγματοποίησαν δέκα εννέα επιστροφές (19), οπότε και σταμάτησαν την καταβολή των υπολοίπων. Από τότε το δάνειο καθίσταται έντοκο λόγω υπερημερίας», υπογραμμίζει ο κ. Ηλιαδάκης για την περίοδο που οι ναζί πλήρωναν μεν τις δόσεις του χρέους τους, αλλά έπαιρναν αναγκαστικά όλο και περισσότερα.

Η επιστροφή των οφειλόμενων

Η Γερμανία αποφεύγει να κάτσει στο τραπέζι

Το αναγκαστικό δάνειο που κατέβαλε η Ελλάδα αποτελεί μια ξεχωριστή πτυχή εκτός από τις γενικές επανορθώσεις που διεκδικεί η χώρα μας, τη λεηλασία προσωπικών περιουσιών και την αποζημίωση για το ολοκαύτωμα χιλιάδων χωριών. Το δάνειο, δηλαδή, δεν αποτελεί ούτε επανόρθωση ούτε αποζημίωση.

«Πολύ ορθώς η Ελλάδα εξ αρχής και συνεχώς, διαχώριζε το κατοχικό δάνειο από τις επανορθώσεις-αποζημιώσεις και ως εκ τούτου η διεκδίκησή του δεν πρέπει να εμπλέκεται μ' αυτές», λέει ο κ. Ηλιαδάκης στο Εθνος.


Πόσο όμως είναι το ύψος του δανείου που θα έπρεπε να επιστραφεί σήμερα?

Διαβάζουμε:

Σε 510 δισ. ευρώ ανέρχεται το συνολικό ύψος της γερμανικής οφειλής προς την Ελλάδα, που ακόμα παραμένει ύστερα από εβδομήντα χρόνια ανεξόφλητη. 

Το ποσό αυτό, σύμφωνα με το δημοσίευμα του περιοδικού «Επίκαιρα», αφορά αποκλειστικά στις καταβολές που απαίτησαν και αναγκαστικά έλαβαν από το ελληνικό κρατικό ταμείο οι Γερμανοί κατακτητές την περίοδο της Κατοχής. 

Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, όταν η Γερμανία και από πίσω της η Ιταλία κατέλαβαν την Ελλάδα την άνοιξη του 1941, οι διεθνείς Συμβάσεις της Χάγης ήδη από το 1907 προνοούσαν την εκ μέρους του κατεχόμενου κράτους καταβολή εξόδων για τη διαβίωση και συντήρηση των κατοχικών στρατευμάτων. Αρχικά, ο Γερμανός και ο Ιταλός κατακτητής επέβαλαν αυθαίρετη μέθοδο πληρωμής αυτών των εξόδων με την κυκλοφορία των λεγόμενων «μάρκων κατοχής» και αντίστοιχα «μεσογειακών δραχμών» που, μάλιστα, τυπώνονταν κατά βούληση. 

Οι αρμόδιοι του ελληνικού κατοχικού κράτους αντέδρασαν από την ανεξέλεγκτη κυκλοφορία αυτού του χαρτονομίσματος, το οποίο η Τράπεζα της Ελλάδος ήταν υποχρεωμένη να το ανταλλάσσει με το επίσημο ελληνικό χαρτονόμισμα στους κομιστές. Και τελικά, τρεις μήνες αργότερα αποσύρθηκαν ολοκληρωτικά τα μάρκα κατοχής και οι μεσογειακές δραχμές, ώστε όλες οι συναλλαγές των κατακτητών με τους προμηθευτές τους και όλες οι άλλες δαπάνες τους στην Ελλάδα να γίνονται μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος.

Το ύψος των κατοχικών δανείων

Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, μετά την απελευθέρωση, ο αρμόδιος θεσμικός φορέας, η Τράπεζα της Ελλάδος, βάσει των σχετικών λογαριασμών που τηρούσε, προσδιόρισε το σύνολο των καταβολών που δόθηκαν από την αρχή στους κατακτητές σε όλο το διάστημα της Κατοχής.

Το συνολικό ποσό που αφορά στη Γερμανία ανέρχεται σε 1.617.781.093.648.819 δρχ, και στην Ιταλία σε 220.479.188.480 δρχ.

Μετά την αφαίρεση των κατά τα διεθνή νόμιμα εξόδων κατοχής, όπως αυτά συμφωνήθηκαν με τους κατακτητές, η μεν Γερμανία έλαβε πέραν αυτών ως προκαταβολές 1.530.033.302.528.819 δρχ, και η Ιταλία αντίστοιχα 157.053.637.000 δρχ.

Αυτά τα ποσά είναι τα λεγόμενα κατοχικά δάνεια, που θα έπρεπε- κατά τις Συμφωνίες του Μαρτίου του 1942 και του Δεκεμβρίου του 1942- να επιστραφούν με τη λήξη του πολέμου. 

Την άποψη ότι ο υπολογισμός του κατοχικού δανείου δεν είναι ορθός αν γίνει με τη βάση της χρυσής λίρας πρώτος υποστήριξε ο καθηγητής, Άγγελος Αγγελόπουλος, επιμένοντας ότι πιο ορθολογική και αντιπροσωπευτική είναι εκείνη του δολαρίου. 

Στην περίπτωση αυτή, πρόσθετε, κατά την εκτίμησή του το κεφάλαιο οριζόταν για τη Γερμανία σε 151 εκατ. δολάρια και μέχρι το 1964 θα έπρεπε να προστεθούν 177 εκατ. δολάρια για τόκους από 1ης Ιανουαρίου 1942, δηλαδή συνολικά 328 εκατ. δολάρια. 

Από την άλλη μεριά, δεν είναι ορθολογική η εκτίμηση του καθηγητή Αγγελόπουλου, διότι χρησιμοποιεί μεθοδολογία που στην πραγματικότητα μειώνει το σύνολο της οφειλής με το να λαμβάνει εσφαλμένη εκκίνηση της οφειλής στα 151 εκατ. δολάρια, που τον Απρίλιο του 1964 αντιστοιχούσαν σε 15.100.000 χρυσές λίρες ή κατ’ επέκταση το 2012 σε 4.530.000.000 ευρώ. 

Με τη Διάσκεψη της Ειρήνης του 1946 τα δάνεια είναι έντοκα, ώστε το αρχικό κεφάλαιο των 100 δις να ανέρχεται σήμερα, με χαμηλό επιτόκιο 2,5% στα 510.033.165.000 ευρώ. 



Καληνύχτα σας !!!


Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Το δέντρο



Το δέντρο που μας πλήγωσε είχε λουλούδια σήμερα το μεσημέρι. Κάποιοι δεν ξεχνούν. Ίσως, να μη μας μείνει τίποτε άλλο από την Μνήμη. Αλλά η Μνήμη είναι τα πάντα.



Δεν είναι ένα τίποτα η ανθρώπινη ζωή. Ο Δημήτρης Χριστούλας έζησε εδώ μαζί μας. Αγάπησε, αγαπήθηκε, δημιούργησε. Υπήρξε. Έζησε.

I have a dream ...


Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, πολιτικός, ακτιβιστής, πάστορας, ανθρωπιστής και νομπελίστας, δολοφονήθηκε σαν σήμερα, στις 4 Απριλίου του 1968. Γεννήθηκε και έδρασε σε μια εποχή που είχε ανάγκη από έναν οραματιστή ηγέτη. Ο σκληροπυρηνικός Νότος των ΗΠΑ, οι διαχωριστικές φυλετικές γραμμές και οι λευκές κουρτίνες στα λεωφορεία τον σημάδεψαν. 

Της Έφης Μήτσιου


Από το 1960 έως το 1968 η αμερικανική κοινωνία άρχισε ενδιαφέρεται πιο έντονα από ποτέ για ζητήματα πολιτικού, κοινωνικού, εκπαιδευτικού, θεολογικού και φυλετικού περιεχομένου. Αυτή η ιστορική περίοδος αποτέλεσε την αποκορύφωση του σύγχρονου κινήματος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ενέπνευσε πολλά φιλελεύθερα κινήματα, όπως το κίνημα των ομοφυλοφίλων, των φοιτητών, των γυναικών και των μαύρων.


Βέβαια, οι πρώτες προσπάθειες ξεκίνησαν ήδη από τη δεκαετία του ’50, ήταν όμως μεμονωμένου χαρακτήρα. Όμως, τη δεκαετία του ’60 τα μέχρι τότε δρώντα υποκείμενα αντιλήφθηκαν τον εαυτό τους ως μία κοινωνική συλλογικότητα.

Μέσα αυτό το πλαίσιο αναμοχλεύσεων και ριζοσπαστικοποιήσεων πορεύτηκε ο Κινγκ. Οι νουθεσίες του Μαχάτμα Γκάντι άσκησαν σημαίνουσα επίδραση στην ήδη αφυπνισμένη σκέψη του, καθώς και οι θεωρίες των σύγχρονων προτεσταντών θεολόγων. Υιοθέτησε την φιλοσοφία της πολιτικής ανυπακοής και της μη βίας, την οποία έκανε σημαία του αγώνα του.


Μέχρι το 1955 η δράση του περιοριζόταν σε διδαχές στην εκκλησία των βαπτιστών της Αλαμπάμα, όπου ήταν εφημέριος. Η δημόσια δράση του ξεκινά με τη σύλληψη της νεαρής μοδίστρας Ρόζα Παρκς στην Αλαμπάμα, η οποία αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο σε ένα λευκό, όπως όριζε η Νομοθεσία Φυλετικών Διακρίσεων. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ως επικεφαλής του κινήματος Ένωση για την Πρόοδο, μαζί με άλλους ένθερμους ντόπιους μαύρους ξεκίνησαν σειρά διαμαρτυριών και εκδηλώσεων.


Κατά τη διάρκεια της δράσης του πέρασε πολλά. Απειλές, αλλεπάλληλες φυλακίσεις, δολοφονικές απόπειρες και εμπρηστικές επιθέσεις στο σπίτι του από την Κου Κλούξ Κλαν. Όμως δεν έκανε βήμα πίσω. Στάθηκε εκεί που πάντοτε ανήκε, στο πλευρό των καταπιεζομένων, να απαιτεί το ύψιστο αγαθό της ελευθερίας.


«Έχω ένα όνειρο» φώναζε τον Αύγουστο του 1963 στην Ουάσιγκτον κάτω από το άγαλμα του Λίνκολν. Ο λόγος του θυελλώδης και εμπνευσμένος, συγκλόνισε χιλιάδες διαδηλωτές. Εκεί αποκατέστησε τη θέση της μαύρης κοινότητας στην ιστορία, την οποία ανέδειξε ως άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία των Η.Π.Α.


Το 1964 του απενεμήθη το Νομπέλ Ειρήνης, ενώ παράλληλε ψηφίστηκε ο Νόμος περί Πολιτικών Δικαιωμάτων που καταργούσε τις φυλετικές διακρίσεις σε δημόσιους χώρους.

Στη συνέχεια, άρχισε να διατυπώνει θέσεις και κρίσεις για την εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. Σε μία ομιλία του το 1967 με τίτλο Πέρα από το Βιετνάμ εξαπέλυσε δριμύ κατηγορώ ενάντια στις σκοπιμότητες του πολέμου. Ήταν πιο προφητικός από ποτέ:

«Είναι παράξενο ότι οι Αμερικανοί, που τόσο προσεκτικά υπολογίζουν τις πιθανότητες στρατιωτικής νίκης, δεν αντιλαμβάνονται ότι βαδίζουν προς ψυχολογική και πολιτική ήττα. Η εικόνα των ΗΠΑ δεν θα ξαναγίνει ποτέ εικόνα επανάστασης, ελευθερίας και δημοκρατίας μα εικόνα βίας και μιλιταρισμού».

Ένα χρόνο μετά, δολοφονήθηκε στο μοτέλ Λορέιν στο Μέμφις με σφαίρα στο κεφάλι, από έναν «λευκό αδελφό». Το ημερολόγιο έδειχνε 4 Απριλίου 1968 και ήταν μόλις 39 ετών.


Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ αποτελεί αναμφισβήτητα σύμβολο για την αμερικάνικη ιστορία και ένας εκ των θεμελιωτών της. Άραγε 50 χρόνια μετά το περίφημο I have a dream, πραγματοποιήθηκε το όνειρό του;

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Ο ποιητής των θαλασσών, Νίκος Καββαδίας


Ο Νίκος Καββαδίας (1910-1975) ήταν ένα περίεργο κράμα ανθρώπου και ποιητή. Σαν φτιαγμένος από διαφορετική πάστα. Η ποίηση του χαρακτηριστική. Από την πρώτη στροφή καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για ποίημα του Μαραμπού ( όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούν οι φίλοι). 

Της Έφης Μήτσιου



Από πολύ μικρή ηλικία άρχισε την ποιητική του συγγραφή. Στα 18 χρόνια μπάρκαρε για πρώτη φορά. Η θάλασσα και τα ταξίδια του έμελλαν να τον σημαδέψουν για πάντα, μιας και έγιναν πηγή έμπνευσης και αναφοράς σε όλα του τα έργα.

 

Το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου τον αναγκάζει να μείνει στην στεριά, ενώ στέλνεται στο αλβανικό μέτωπο. Συμμετέχει στην αντίσταση κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ενώ στην περίοδο του Εμφυλίου, από το 1945 έως το 1946 τίθεται επικεφαλής του ΕΑΜ Λογοτεχνών – Ποιητών. Θέση όμως που θα εγκαταλείψει για να ξαναγυρίσει εκεί που νιώθει ελεύθερος, στα καράβια.


Ο Θανάσης Βαλτινός γράφει χαρακτηριστικά για τη σχέση του ποιητή με την Aριστερά:

«Ο Καββαδίας δεν ήταν πολιτικοποιημένος με τη στενή έννοια. Ένα άλλο κομμάτι της ποιητικής του ιδιοφυΐας ήταν ότι δεν τη ρητόρευσε ποτέ τη σχέση του με όλα αυτά τα θέματα που τον απασχολούσαν. Δεν το έκανε ποτέ με βαρύγδουπο τρόπο, που το έκαναν άλλοι, ταλανίζοντας τη λογοτεχνία μας. Υπάρχει τόσο πολύ σαβούρα, που πρέπει να πεταχτεί από πάνω μας. Όλο αυτό το σπουδαίο υλικό (πόλεμος, κατοχή, χούντα κ.τ.λ.) κακόπαθε πολύ. Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις των ανθρώπων που ούτε μεταχειρίσθηκαν,  ούτε εκμεταλλεύτηκαν ευκαιριακά αβανταδόρικα τέτοια θέματα. Ο Καββαδίας αποτελεί εξαίρεση».


Η ποίηση του είναι καθαρά βιωματική. Η θάλασσα αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης. Τα ποιήματα του χαρακτηρίζονται από ιδιωματισμούς ξεφεύγοντας από την παραδοσιακή νεοελληνική ποίηση: Εξωτισμός, κοσμοπολιτισμός, υπερεαλισμός, στοιχεία οδηγούν τον αναγνώστη να δραπετεύσει από τα όρια της πραγματικότητας. Περιγραφές από καυγάδες, πληρωμένους έρωτες, ιθαγενείς… Τυχοδιώκτης, σαν ένας άλλος Δον Κιχώτης, να κυνηγά θαλάσσιους ανεμόμυλους. 


Ο ποιητής των θαλασσών άφησε παρακαταθήκη μικρό σε έκταση έργο, όμως αυτό δεν μειώνει διόλου την αξία του. Τρείς ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα και τρία πεζογραφήματα. Ανήκε στην γενιά του ’30 μαζί με τους Σεφέρη, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο κ.α.

Πέθανε το 1975 στην Αθήνα αφού υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο. Τελικά, παρόλο που δεν το ήθελε, είχε μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες…

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Η αρχή του εφιάλτη


Σαν σήμερα, στις 5 Μαρτίου του 1933, στη Γερμανία διεξάγονται εκλογές. Ήδη το ναζιστικό κόμμα είχε καταφέρει να έχει πίσω του μια τεράστια πλημμυρίδα μαζικής υποστήριξης. Η νέα Βουλή που συγκλήθηκε ψήφισε να δοθούν στον Χίτλερ απεριόριστες εξουσίες. Ήταν η αρχή του τέλους. Σύντομα η σημαία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης αντικαταστάθηκε από τον αγκυλωτό σταυρό των Εθνικοσοσιαλιστών. 

Της Κατρίν Αλαμάνου


Το αποτέλεσμα των εκλογών έδινε το 44% των ψήφων και 288 έδρες στο NSDAP του Χίτλερ.

Έχοντας υποστηρικτή το μικρό Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα (DNVP), οι Εθνικοσοσιαλιστές επιτυγχάνουν την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο (52%). Η κυριαρχία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος αρχίζει. Θα λήξει μόνον με τον τερματισμό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη, το Μάιο του 1945.

Όμως πώς οδηγήθηκε η Γερμανία στις εκλογές του Μαρτίου του 1933 και ακολούθως στη δίνη του ναζισμού, στον οποίο συμπαρέσυρε ολόκληρη την Ευρώπη;

Σπαρτακιστές (1919)

Για μια μικρή περίοδο μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα γεγονότα έδειχναν να στρέφουν τη Γερμανία προς τα αριστερά, καθώς οι περισσότεροι από τους πολιτικούς ηγέτες της αμέσως μεταπολεμικής κυβέρνησης ήταν Σοσιαλιστές. Όμως, η ρεφορμιστική τους πολιτική θεωρείτο υπερβολικά ήπια σε μια ομάδα ακραίων μαρξιστών. Οι Σπαρτακιστές με επικεφαλής την Ρόζα Λούξεμπουργκ και Κάρολο Λίμπκνεχτ, αποπειράθηκαν το 1919 να οργανώσουν μία εξέγερση που θα έφερνε στη Γερμανία την προλεταριακή επανάσταση. Η εξέγερση συνετρίβη, παρά τη βοήθεια που τους προσφέρθηκε από τους Ρώσους Μπολσεβίκους. Οι Λούξεμπουργκ και Λίμπκνεχτ σκοτώθηκαν από στρατιώτες.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ιδιωτικές ομάδες κρούσης με επικεφαλής απογοητευμένους αξιωματικούς του στρατού είχαν βοηθήσει την κυβέρνηση να επιτύχει την ήττα των Σπαρτακιστών. Αυτοί οι αξιωματικοί δεν συμπαθούσαν αληθινά τον δημοκρατικό σοσιαλισμό περισσότερο από τον ρωσικό κομμουνισμό. Σύντομα θα στρέφονταν εναντίον της κυβέρνησης, στης οποίας τη διάσωση είχαν συντελέσει.

Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1919-1933)

Αμέσως μετά την ήττα της σπαρτακιστικής εξέγερσης ένας συνασπισμός σοσιαλιστών, καθολικών κεντρώων και φιλελεύθερων δημοκρατών προχώρησε στη σύνταξη ενός συντάγματος για τη νέα γερμανική δημοκρατία. Το σύνταγμα κατά γενικό κανόνα αντανακλούσε μια προοδευτική πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία. Μεταξύ άλλων προέβλεπε την υιοθέτηση της καθολικής ψηφοφορίας για άνδρες και γυναίκες και έναν χάρτη δικαιωμάτων που εκτός των αστικών δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών. Εγγυόταν επίσης το δικαίωμα στην εργασία και την εκπαίδευση, καθώς και την προστασία του πολίτη από τα ισχυρά βιομηχανικά συμφέροντα.

Όμως υπήρχαν κύκλοι αντιδραστικών και εξτρεμιστών που συνωμοτούσαν εναντίον της. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης γεννήθηκε από την αλλαγή που επιβλήθηκε στη Γερμανία κατά την ώρα της ήττας της. Έτσι, η αστάθειά της, την καθιστούσε πιθανό θύμα των δυνάμεων που απελπισμένα προσπαθούσε να δαμάσει.

Όπως επισημαίνει και ο καθηγητής του ΑΠΘ, Θ. Κακουριώτης, «χωρίς υπερβολή η βρεφικής ηλικίας δημοκρατία, υπήρξε για την πλειονότητα των Γερμανών μια εκτρωγένεια που άρχισε να βάλλεται από το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού φάσματος. Οι Ναζί την απεχθανόντουσαν γιατί ήθελαν να επιβάλουν τη δικτατορία του Χίτλερ ως «Φύρερ», τίτλος που ενσωμάτωνε δύο σε ένα ήγουν, Καγκελάριος+ Πρόεδρος = Φύρερ • οι Εθνικιστές φιλομοναρχικοί διότι οραματίζονταν μια παλινόρθωση, με επιστροφή των περασμένων μεγαλείων της άλλοτε κραταιάς Γερμανικής Αυτοκρατορίας του 1871• τέλος, οι Κομουνιστές ήθελαν εγκαθίδρυση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ευσεβής πόθος του Βλάντιμιρ Λένιν, άλλωστε, που επιθυμούσε διακαώς την συμμετοχή της πλέον προηγμένης βιομηχανικά χώρας, στο διεθνές επαναστατικό γίγνεσθαι, επιθυμία και του Καρλ Μαρξ)».

Η πορεία προς την καταστροφή

Ο Χίτλερ ήταν μεταξύ αυτών που κατήγγειλαν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Είχε παράλληλα ιδρυθεί το 1919 το Ναζιστικό Κόμμα (Εθνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα των Γερμανών Εργατών) από μία ομάδα επτά ανδρών με ηγέτη τους τον ίδιο τον Χίτλερ.

Το 1923 τέθηκε επικεφαλής μιας απόπειρας πραξικοπήματος από μέρους των «Φαιοχιτώνων», του ιδιωτικού στρατού των Ναζί, οι οποίοι διαλύθηκαν γρήγορα και ο Χίτλερ καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Στη φυλακή συνέταξε το Mem Kampf, (Ο Αγών μου), μια ασυνάρτητη πραγματεία γεμάτη μίσος για του Εβραίους και τους κομμουνιστές. Εξέφρασε επίσης την αντίληψή του για την προδοσία της Γερμανίας από τους εχθρούς της του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το μήνυμα του Χίτλερ έβρισκε απήχηση σε έναν αυξανόμενο αριθμό απογοητευμένων και απειλούμενων οικονομικά συμπατριωτών του.

Στις εκλογές του 1928, οι Ναζί κέρδισαν 12 έδρες στη Βουλή. Το 1930 κέρδισαν 107, αυξάνοντας τις ψήφους τους από 800 χιλιάδες σε 6,5 εκατομμύρια.

Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1932 το κοινοβουλευτικό σύστημα κατέρρευσε. Κανένας αρχηγός κόμματος δεν μπορούσε να αποκτήσει πλειοψηφία στη Βουλή, επειδή οι Ναζί αρνούνταν να δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης σε οποιαδήποτε κυβέρνηση, στην οποία δεν ήταν ο Χίτλερ επικεφαλής, ενώ οι Κομμουνιστές αρνούνταν να συνεργαστούν με τους Σοσιαλιστές.

Τον Ιανουάριο του 1933 μια ομάδα αντιδραστικών βιομηχάνων, τραπεζιτών και Πρώσων γαιοκτημόνων έπεισε τον πρόεδρο Χίντεμπουργκ να διορίσει τον Χίτλερ καγκελάριο, προφανώς με τη σκέψη ότι θα μπορούσαν να τον ελέγξουν.

Οι υποστηρικτές του σχεδίου όμως υποτίμησαν την τεράστια πλημμυρίδα μαζικής υποστήριξης πίσω από το ναζιστικό κόμμα. Ο Χίτλερ δεν άργησε να εκμεταλλευτεί στο έπακρο την ευκαιρία και έπεισε τον Χίντεμπουργκ να προκηρύξει νέες εκλογές στις 5 Μαρτίου.

Όταν συγκλήθηκε η νέα Βουλή ψήφισε να δοθούν στον Χίτλερ απεριόριστες εξουσίες. Η νεά Γερμανία διακήρυξε ότι ήταν το «Τρίτο Ράιχ», διάδοχος της αυτοκρατορίας των Hohenstaufen του Μεσαίωνα και της Αυτοκρατορίας των Hohenzollern των νεότερων χρόνων. Όλα τα πολιτικά κόμματα πλην του ναζιστικού, τέθηκαν εκτός νόμου. Ο ολοκληρωτικός έλεγχος επεκτάθηκε στον Τύπο, την εκπαίδευση, τις τέχνες και σε πολλούς κλάδους της παραγωγής και του εμπορίου. Μέτρα πάρθηκαν εναντίον των Εβραίων: εκδιώχθηκαν από τις δημόσιες υπηρεσίες, τους στερήθηκε η γερμανική ιθαγένεια και πρακτικά αποκλείστηκαν από τα πανεπιστήμια. Το 1938 κορυφώνεται η φανατική σταυροφορία εναντίον των Εβραίων για την εκδίωξή τους από τη χώρα και την ολοκληρωτική τους καταστροφή.

Αιτίες του γερμανικού ολοκληρωτισμού

Οι παράγοντες που οδήγησαν στον τελικό θρίαμβο του ναζισμού στη Γερμανία είναι πολλοί και διαφορετικοί. Ωστόσο μπορούν να υπογραμμιστούν οι δύο σημαντικότεροι.

Η αίσθηση ταπείνωσης που προερχόταν από την ήττα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά την περίοδο 1871-1914 η Γερμανία είχε υψωθεί σε περίοπτη πολιτική και πολιτιστική θέση γνωρίζοντας παράλληλα μια αξιοσημείωτη ευημερία βασισμένη στη βιομηχανική της παραγωγή. Μετά το συντριπτικό πλήγμα του 1918 άρχισε να ενισχύεται ο μύθος κατά τον οποίο το έθνος «μαχαιρώθηκε πισώπλατα» από σοσιαλιστές και Εβραίους που βρίσκονταν στην κυβέρνηση. Η κατηγορία αυτή δεν είχε ίχνος αλήθειας. Όσοι όμως ζητούσαν έναν αποδιοπομπαίο τράγο κατέκριναν την «ανευθυνότητα» της αβασίλευτης δημοκρατίας επιθυμώντας μια αυταρχική διακυβέρνηση για την ανάκτηση του σεβασμού του κόσμου προς τη Γερμανία.

Ο πληθωρισμός είχε αρχίσει να καλπάζει ήδη από το 1914, όταν η Γερμανία χρηματοδοτούσε τον πόλεμο με ομόλογα, θεωρώντας ότι μετά από μία πιθανή νίκη το κόστος θα πήγαινε στους ηττημένους. Με την ήττα όμως αυτό ήταν ανέφικτο και η κεντρική τράπεζα Ράιχσμπανκ τύπωνε χρήμα χωρίς κανένα αντίκρισμα σε χρυσό.

Με υπέρμετρες μισθολογικές αυξήσεις στα πρώτα τρία χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης προκειμένου να αποτραπούν κοινωνικές εντάσεις τροφοδοτήθηκε αρχικά μια έκρηξη των εξαγωγών και της εσωτερικής κατανάλωσης. Όταν η χώρα άρχισε να δοκιμάζεται από την εκτεταμένη ανεργία, η κυβέρνηση αύξησε την προσφορά χαρτονομίσματος προκειμένου να χρηματοδοτήσει προγράμματα ασφάλισης κατά της ανεργίας, οδηγώντας σε καλπάζοντα πληθωρισμό.

Ο πληθωρισμός  ξέφυγε από κάθε έλεγχο εξαιτίας των πολεμικών επανορθώσεων, ένα πρόβλημα που είχε αφήσει άλυτο η Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919. Έτσι τον Σεπτέμβριο του 1923 το κόστος ζωής για ένα άτομο υπολογίζοταν στο αστρονομικό ποσό των 15 δισεκατομμυρίων μάρκων. Εκείνοι που εξαρτιόνταν από σταθερά εισοδήματα έβλεπαν πια την ασφάλειά τους να υπονομεύεται, καθώς οι εργασιακές αμοιβές δεν ακολουθούσαν την τεράστια αύξηση του κόστους ζωής. Άρχισαν λοιπόν να χάνουν οποιαδήποτε πίστη είχαν προς την αβασίλευτη δημοκρατία. 

Λίγο αργότερα, η Μεγάλη Κρίση του 1929, στη Γερμανία οδήγησε στα ακόλουθα αποτελέσματα: Οι αγρότες εξοργίστηκαν με την κατάρρευση των τιμών των προϊόντων τους και με το βάρος χρεών και φόρων. Οι φοιτητές έβλεπαν ελάχιστη προοπτική να βρουν μια θέση σε ήδη κορεσμένα επαγγέλματα. Έξι εκατομμύρια εργάτες ήταν άνεργοι. Η αστική τάξη έβλεπε τις καταθέσεις της να εξανεμίζονται.

Συνέπεια αυτών ήταν η στροφή πολλών εργατών προς το Κομμουνιστικό Κόμμα, γεγονός που φόβιζε την αστική τάξη. Όμως όταν στις εκλογές του 1932 το Κομμουνιστικό Κόμμα πήρε περίπου 6 εκατομμύρια ψήφους, περισσότερο από το 1/7 του συνόλου, πολλοί καπιταλιστές και μεγαλοϊδιοκτήτες τρόμαξαν μπροστά σε ό,τι θεωρούσαν αυξανόμενο κίνδυνο μπολσεβίκικης επανάστασης. Έτσι, αφού η Δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε ουσιαστικά μόλις ξεψυχήσει, βρέθηκαν να πρέπει να διαλέξουν το λεγόμενο μικρότερο κακό, που τελικά ήταν το απόλυτο. 

Συνοψίζοντας, αν η «ανάπηρη» δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε καταφέρει να κρατηθεί στη ζωή, ίσως να είχε αποφευχθεί το αιματοκύλισμα της Ευρώπης κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ίσως να είχε αποφευχθεί ο ναζιστικός εφιάλτης. Εν τέλει ίσως αυτή ήταν το πραγματικό μικρότερο κακό. 

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Η πιο επικίνδυνη γυναίκα της Αμερικής...



....ή   "Πως να φτιάξετε ένα παγωμένο cocktail molotov"



(Επαναστατική κουζίνα)

Η Έμμα Γκόλντμαν ήταν αναρχικιά.

Ήταν μάλιστα τόσο ριζοσπαστική που ούτε ο «πρίγκιπας των αναρχικών», o γερο-Κροπότκιν, δεν την άντεχε. Ήταν τόσο προοδευτική που οι σύντροφοι της δεν της επέτρεψαν να μιλήσει στην Αναρχική Συνέλευση στο Παρίσι, το 1900.

Την είχαν χαρακτηρίσει ως την πιο επικίνδυνη γυναίκα της Αμερικής, αλλά όταν απελάθηκε (ήταν Ρωσίδα) το 1919, κάποιος είπε: «Με τον ερχομό της ποτοαπαγόρευσης και την αποχώρηση της κόκκινης Έμμα αυτή η χώρα θα γίνει πιο βαρετή από ποτέ.»

Το στοιχείο της Έμμα που δεν άντεχαν οι σύντροφοι και οι εχθροί της ήταν... το φύλο της!

Ο φεμινισμός της Γκόλντμαν ήταν τόσο μπροστά από την εποχή της («8.000 χρόνια μπροστά») που ακόμα και σήμερα ακούγεται καινοτόμος.

Αλλά ας δούμε ποια ήταν η Έμμα Γκόλντμαν και μετά θα φτιάξουμε ένα φλεγόμενο-παγωμένο κοκτέιλ μολότοφ για να πιούμε.


Η Γκόλντμαν γεννήθηκε στην προεπαναστατική Ρωσία. Ο πατέρας της δυσαρεστήθηκε που το πρώτο του παιδί ήταν κορίτσι και της το έλεγε συχνά. Όταν η Έμμα είχε για πρώτη φορά περίοδο η μητέρα της την αντάμειψε με ένα ηχηρό χαστούκι και της είπε: «Αυτό χρειάζεται σε μια κοπέλα όταν γίνεται γυναίκα, σαν προστασία κατά της ατίμωσης.»

Στο σχολείο ήταν άριστη μαθήτρια, αλλά δεν της επιτράπηκε να συνεχίσει στο Γυμνάσιο επειδή «δε συμμορφώθηκε σε θέματα διαγωγής». Οπότε ξεκίνησε να δουλεύει σε εργοστάσιο.

Όταν έγινε δεκαπέντε ο πατέρας της ξεκίνησε να ψάχνει για γαμπρό και να κανονίζει την αμοιβή της αγοραπωλησίας. Όταν η Έμμα διαμαρτυρήθηκε και δήλωσε πως δεν ήθελε να παντρευτεί ο πατέρας της ξεκαθάρισε τη θέση της γυναίκας: «Μόνο να φτιάχνουν ζυμαρικά και να δίνουν στον άντρα πολλά πολλά παιδιά.»

Η Έμμα πήρε τα ζυμαρικά της και μετανάστευσε στη Αμερική.

Εκεί, στη «χώρα της ελευθερίας», κατάλαβε ότι η μοίρα των φτωχών Αμερικάνων δε διέφερε σε τίποτα από εκείνη των Ρώσων δουλοπάροικων. Επηρεασμένη από το περιβάλλον της εντάχτηκε στο αναρχικό κίνημα.

Η Έμμα πολύ γρήγορα διακρίθηκε για ευφυΐα της και το ρητορικό της ταλέντο. Ο Γιόχαν Μοστ, ο βασικός ομιλητής του κινήματος, την προόριζε για διάδοχο του, μέχρι που η Έμμα αντιτάχτηκε στον απροκάλυπτο αντρικό σωβινισμό του και αποχώρησε.


Το κίνημα δεν μπορούσε να την αποδεχτεί, αφού η Έμμα δεν παρέλειπε σε κάθε ομιλία της να αναφέρεται στη σεξουαλική αυτοδιάθεση των γυναικών, θέμα πολύ εκρηκτικό ακόμα και για τα χέρια των αναρχικών.

Την εποχή εκείνη, τέλος του 19ου αιώνα, μεσουρανούσε το αστικό φεμινιστικό κίνημα των σουφραζέτων. Μοναδική διεκδίκηση αυτών των γυναικών ήταν η γυναικεία ψήφος.

Η Έμμα όμως γνώριζε ότι έτσι δε θα κέρδιζε τίποτα η γυναίκα. Μόνος τρόπος να απελευθερωθεί θα ήταν:

«Η ανάπτυξη της γυναίκας, η ελευθερία της, η ανεξαρτησία της, πρέπει να είναι αποτέλεσμα των δικών της ενεργειών. Πρέπει να επιβάλλει τον εαυτό της σαν προσωπικότητα και όχι σαν σεξουαλικό αντικείμενο. Μετά πρέπει να αρνηθεί το δικαίωμα οποιουδήποτε άλλου πάνω στο σώμα της, να αρνηθεί να κάνει παιδιά παρά μόνο αν τα θέλει, να αρνηθεί να υπηρετήσει το θεό, το κράτος, την κοινωνία, το σύζυγο κλπ. Να ελευθερώσει τον εαυτό της από το φόβο της κοινής γνώμης και της κοινής καταδίκης. Μόνο αυτά θα την ελευθερώσουν, όχι η ψήφος.»


Ας φτιάξουμε τώρα το κοκτέιλ μας. Είναι πολύ απλό.

Στη φραπεδιέρα ρίχνουμε μια μπάλα παγωτό βανίλια, μισή κούπα καφέ και 40 ml βότκα. Τα χτυπάμε μέχρι να λιώσει το παγωτό. Στη γεύση μοιάζει πολύ με το White Russian.

Το ρίχνουμε σε ένα old fashioned ποτήρι (με χοντρό γυαλί).

Μετά ρίχνουμε από πάνω μισό φλιτζανάκι του καφέ 151 proof rum. Αυτό είναι ρούμι που φτάνει σε περιεκτικότητα τους 75 βαθμούς (συνήθως έχουν 40).

Το ανάβουμε και το σερβίρουμε!


Ας επιστρέψουμε στην Έμμα.

Οι σουφραζέτες την κατηγορούσαν ως «γυναίκα-άντρα», οι αναρχικοί ως γυναίκα και οι υπόλοιποι ως ελευθερίων ηθών αναρχικιά.

Εκείνη δεν πτοήθηκε.

Το 1915, σε ένα ακροατήριο 600 ατόμων στην Νέα Υόρκη, αφού μίλησε για τον έλεγχο των γεννήσεων, έκανε κάτι που ούτε ο Φρόιντ δε θα μπορούσε να αποδεχτεί: Έδειξε πως πρέπει να φοριέται ένα προφυλακτικό!

Αμέσως συνελλήφθη για προσβολή της δημοσίας αιδούς, των χρηστών ηθών και άλλων παρόμοιων αφηρημένων εννοιών.

Γράφτηκε τότε σε εφημερίδα της Νέας Υόρκης: «Η Έμμα Γκόλντμαν πήγε φυλακή επειδή υποστήριζε ότι οι γυναίκες δε χρειάζεται να κρατάνε πάντα το στόμα τους κλειστό και τα πόδια τους ανοιχτά.»

Άλλες δυο φορές φυλακίστηκε η Έμμα. Η πρώτη ήταν για διακίνηση αναρχικών ιδεών και η δεύτερη για παρεμπόδιση της στρατολόγησης –κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου.


Ενδιάμεσα από τις φυλακίσεις είχε συλληφθεί τόσες πολλές φορές, ώστε όποτε πήγαινε σε δημόσια ομιλία έπαιρνε μαζί της κι ένα βιβλίο, για να έχει κάτι να διαβάζει στο κρατητήριο.

Ενώ στην αρχή της «καριέρας» της είχε πάρει μέρος σε απόπειρες δολοφονίας πολιτικών και επιχειρηματιών, σύντομα διαφοροποιήθηκε από την τακτική της ανταπόδοσης της βίας.

Έγραφε η Έμμα:

«Δεν πιστεύω ότι τέτοιες πράξεις μπορούν να φέρουν την κοινωνική αλλαγή ή ότι είχαν ποτέ έναν τέτοιο σκοπό. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με μια πλατιά και μεγάλη εκπαίδευση σε σχέση με τη θέση του ανθρώπου στην κοινωνία και την πραγματική του θέση με τον συνάνθρωπο του.

Και ακόμα μπορεί να γίνει με το παράδειγμα. Να βιώνω αλήθειες και όχι μόνο να μιλώ θεωρητικά για το περιεχόμενο τους.

Και τελικά το πιο δυνατό όπλο βρίσκεται στη συνειδητή, έξυπνη και οργανωμένη διαμαρτυρία των μαζών, μέσα από την άμεση δράση και τη γενική απεργία.»

Όταν απελάθηκε από την Αμερική συνέχισε το έργο της στον Καναδά. Έπειτα βρέθηκε στην πατρίδα της, όπου πλέον δεν υπήρχε Τσάρος, αλλά Στάλιν.

Ο «πατερούλης», ως γνωστόν, δε συμπαθούσε καθόλου τους αντιφρονούντες, έτσι σύντομα η Γκόλντμαν εκδιώχτηκε και από τη Σοβιετική Ένωση.


Πολέμησε στο πλευρό των αναρχικών στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο και πέθανε το 1940 στον Καναδά, δεκαετίες πριν οι γυναίκες αρχίσουν να καίνε τα σουτιέν τους, πριν ανακαλυφτεί το αντισυλληπτικό χάπι.

Όμως ακόμα και σήμερα, την εποχή της σεξουαλικής απελευθέρωσης και του Sex & the City, θα σοκάριζε πολλoύς με μια φράση όπως αυτή που γράφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα:

«Αν αγαπήσω έναν άντρα θα του δοθώ, χωρίς να ζητήσω την άδεια του Ραβίνου ή του Νόμου, και μόλις σβήσει αυτή η αγάπη, θα φύγω, χωρίς να ζητήσω την άδεια κανενός.»

(Υλικό για το κείμενο αντλήσαμε από το «Η κόκκινη Έμμα μιλάει», σταχυολόγηση κειμένων της Γκόλντμαν, εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, 1984.)

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Μία ιστορία με πτωχεύσεις


Από τη χρεοκοπία του 1827, προτού γεννηθεί ακόμη το ελληνικό κράτος, στο «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη το 1893 και στην οικονομική κατάρρευση του 1932

ΑΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙ κανείς την Κατοχή, στη διάρκεια της οποίας η χώρα υποχρεώθηκε για υπέρτερους λόγους σε παύση πληρωμών, έχουν περάσει 80 χρόνια από την τελευταία φορά που η λέξη «χρεοκοπία» ακούστηκε στην Ελλάδα τόσο πολύ όσο αυτό τον καιρό.

Ήταν η χρονιά της τελευταίας από τις τέσσερις ελληνικές πτωχεύσεις των ετών 1827, 1843, 1893 και 1932. Πτωχεύσεις που οφείλονταν στην αδυναμία της χώρας να εξυπηρετήσει έναν υπέρμετρο και πανάκριβο εξωτερικό δανεισμό και λύνονταν με ακόμη μεγαλύτερο και επαχθέστερο δανεισμό δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που έσπασε μόλις στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Και που είχαν σχεδόν πάντα μια έμμεση ή άμεση σχέση με την εθνική κυριαρχία. Γιατί; Οχι μόνο επειδή σε πτώχευση δεν μπορείς να ασκήσεις εξωτερική πολιτική αλλά επειδή ιστορικά οι περισσότερες πτωχεύσεις συναρτήθηκαν με την εθνική ολοκλήρωση.  

 1827: Τα δάνεια που δεν έφτασαν ποτέ 

Ο αγώνας του 1821 υπήρξε μια καταπληκτική ευκαιρία για τις αγγλικές τράπεζες. Ενώ δάνεισαν τους επαναστάτες με ονομαστικά δάνεια συνολικού ύψους 2.800.000 λιρών της εποχής, τελικά μόνο το 20% του ποσού έφτασε στον σκοπό του. Ετσι η πρώτη πτώχευση έρχεται νωρίτερα και από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους καθώς το 1827 δηλώνεται αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων αφού δεν είχαν καν εισπραχθεί. Η πτώχευση ίσως συνδέεται ακόμη και με τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου που έγινε την ίδια χρονιά έπειτα από μυστική συμφωνία των Μεγάλων Δυνάμεων, που έτσι διέσωσαν την ελληνική επανάσταση οδηγώντας τελικά στη δημιουργία κράτους, από το οποίο και θα μπορούσαν κάποτε να εισπράξουν.  

 1843: Εξαγοράζοντας την Αττική με δάνειο

Και πράγματι εισέπραξαν. Εισέπραξαν μάλιστα τόσο πολύ που το 1843 οδήγησαν στη δεύτερη πτώχευση. Αφού το Λονδίνο και το Παρίσι πρώτα αρνήθηκαν να δανείσουν τον (κατ΄ αυτούς ρωσόφιλο) Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος για να κάνει το κράτος να λειτουργήσει έβαλε χρήματα από την προσωπική του περιουσία και εξέδωσε τα πρώτα ακάλυπτα ελληνικά χαρτονομίσματα, στη συνέχεια δάνεισαν τον Οθωνα με 60 εκατ. φράγκα, από τα οποία τα 33 εκατ. πήγαν αμέσως για την αποπληρωμή των «Δανείων της ανεξαρτησίας». Και τα υπόλοιπα; Οπως γράφει ο Αγγελος Αγγελόπουλος στο Δημόσιον χρέος της Ελλάδος (εκδόσεις Ζαχαρόπουλου, Αθήναι, 1937), δόθηκαν «12,5 εκατομμύρια διά την εξαγοράν από μέρους της Τουρκίας των επαρχιών Αττικής, Ευβοίας και μέρους της Φθιώτιδος και 7,5 εκατομμύρια διά την συντήρησιν των βαυαρικών στρατών». Οι Μεγάλες Δυνάμεις άλλαζαν σταδιακά τον χάρτη, η Ελλάδα αγόραζε, η Οθωμανική Αυτοκρατορία πουλούσε και οι διεθνείς τραπεζίτες ήταν ευτυχείς...  

 Από το 1893 στο 1898: Ολα τόσο γνώριμα 

Για μεγάλο διάστημα επικράτησε ο εσωτερικός δανεισμός και ο εξωτερικός υποχώρησε αισθητά, μέχρι που από το 1879 ξεκινά μια δωδεκαετία ραγδαίας αύξησής του που οδήγησε τη χώρα στα 1893 να χρωστά στο εξωτερικό 585,4 εκατ. φράγκα και να πτωχεύει για τρίτη φορά διά στόματος (αλλά όχι εξαιτίας του) Χαριλάου Τρικούπη. Τα χρήματα έχουν και πάλι χρησιμοποιηθεί για εξυπηρετήσεις παλαιών δανείων, έχουν επενδυθεί σε μια ανάπτυξη υποδομών πρωτοφανών για τη χώρα, ενώ διάφορες δράσεις «εθνικής αποκαταστάσεως», όπως εξαγορές και άλλων επαρχιών στη Θεσσαλία ή χρηματοδότηση του «Κρητικού ζητήματος» και προμήθειες πολεμικού υλικού, απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των δανείων από αυτό που έφτασε στη χώρα, καθώς το 35% υπολογίζεται ότι δεν έφτασε ποτέ... Ετσι ο δανεισμός είναι τόσο επαχθής που η πτώχευση είναι αναπόφευκτη. Και όχι μόνο ο εξωτερικός: από τα τέλη του 1868 η Εθνική Τράπεζα βρίσκεται σε οξύτατη σύγκρουση με την κυβέρνηση για το θέμα της χρηματοδότησης του κρητικού αγώνα, καθώς οι όροι δανεισμού που προτείνει το κράτος κρίνονται απαράδεκτοι από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας- τη δραματική σύγκρουση εξιστορεί αναλυτικά ο Νίκος Σ. Παντελάκης στο βιβλίο του Δημόσια Δάνεια (εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1995). Τη δεκαετία του 1880 η Ελλάδα είχε επιχειρήσει τον μεγάλο εκσυγχρονισμό της με προγράμματα δημοσίων επενδύσεων που υπερέβαιναν κατά πολύ τις δυνάμεις της. Κυρίως είχαν συναφθεί δάνεια με σκοπό την εκτεταμένη κατασκευή σιδηροδρόμων στο δίκτυο Πειραιώς - Αθηνών - Πελοποννήσου και ενός εξίσου φιλόδοξου οδικού δικτύου. Η χώρα άρχισε να νιώθει ισχυρή, αλλά την πιο ακατάλληλη στιγμή περνά σε λάθος χέρια: από τον Τρικούπη της ανάπτυξης στον Δηλιγιάννη του φαύλου δημαγωγικού εθνικισμού. Την ίδια εποχή αυξάνεται δραματικά και ο πολύ ακριβός εξωτερικός καταναλωτικός δανεισμός που συμβάλλει κι αυτός στη δημιουργία μιας ψυχολογίας ισχύος σε γυάλινα πόδια. Δυστυχώς, όλα μοιάζουν τόσο γνώριμα... Ετσι το 1897 η χώρα νιώθει πια έτοιμη για πόλεμο. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι Τούρκοι φτάνουν περίπου έξω από τη Λαμία και οι Μεγάλες Δυνάμεις τούς ανακόπτουν την πορεία. Την επομένη του «Ατυχούς πολέμου», χωρίς να υπάρξει «τυπική» πτώχευση, οι δυνάμεις εγκαθιστούν Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο στη χώρα. Η ειρήνη κοστίζει στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων, και 4 εκατ. λίρες ως πολεμικές αποζημιώσεις.  

 1932: Η ήττα του ΄22 και το κραχ του ΄29 

Τον Μάρτιο του 1910 συνάπτονται νέα δάνεια για νέα έργα. Ο νόμος περί «Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου» που τηρείται ευλαβικά επί δύο δεκαετίες παραβιάζεται για πρώτη φορά το 1920 με την έκδοση 600 εκατ. δρχ. που ακολουθούνται από άλλα 500 εκατ. το 1921 και από ακόμη 550 εκατ. το 1922- ήταν όλα για τις ανάγκες του πολέμου. Παρά την ήττα όμως στη Μικρά Ασία, η πτώχευση έχει αποφευχθεί με το Α΄ Αναγκαστικό Δάνειο που επιβάλλεται από τον υπουργό Οικονομικών Π. Πρωτοπαπαδάκη, ο οποίος κόβει στη μέση τα χαρτονομίσματα, κρατά το ένα μέρος στην κυκλοφορία και ανταλλάσσει το άλλο με τίτλους εσωτερικού δανείου (κάπως έτσι σώζει την Ελλάδα από μια άλλη επικείμενη πτώχευση στη δεκαετία του 1950 και ο Σπύρος Μαρκεζίνης με το «κόψιμο των τριών μηδενικών» και την εισαγωγή της «νέας» δραχμής της σταθεροποίησης). Στην αποφυγή της πτώχευσης το ΄22 συμβάλλει και το δάνειο υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών για τους πρόσφυγες. Μπορεί η ήττα του ΄22 να μη φέρνει πτώχευση, αλλά οι ανάγκες αναδιοργάνωσης του στρατού και περίθαλψης των προσφύγων οδηγούν σε νέο υπερβολικό εξωτερικό δανεισμό καθώς στην Ελλάδα κεφάλαια δεν υπάρχουν. Το κρεσέντο του δανεισμού πηγαίνει ως το κραχ του 1929, όταν το διαδέχεται η βίαιη διεθνής ύφεση. Τελικά, τον Μάρτιο του 1931, λίγο πριν από την τελευταία πτώχευση του 1932, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση προϋπολογισμού του υπουργού Οικονομικών καθηγητή Βερβαρέσσου, η Ελλάδα χρωστάει στο εξωτερικό 2,868,1 εκατ. χρυσά φράγκα. Η πτώχευση είναι και πάλι μοιραία... Ο τελικός διακανονισμός όλων των προπολεμικών χρεών της Ελλάδας έγινε από τον Σπύρο Μαρκεζίνη στα 1952-53. Η πρωτοφανής ανάπτυξη και η αυστηρή συγκράτηση δαπανών της πρώτης οκταετίας Καραμανλή συμμάζεψαν οριστικά τα δημόσια οικονομικά και οι τελικές πληρωμές εκείνων των δανείων ολοκληρώθηκαν μόλις το 1967.

Και τώρα ο εφιάλτης επιστρέφει, αν και με αίτια πολύ πιο ταπεινά...