ΕΡΤ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Πρώτο τραπέζι πίστα

Μετά τον Notis, ένας ακόμη αοιδός που παρουσιαζόταν για χρόνια ως το “καλό παιδί“, έκανε δηλώσεις υπέρ της Χρυσής Αυγής. Πιο πριν υπήρχε και ο Πέτρος Γαϊτάνος. Όλοι τους είναι συμμετέχοντες στο τρελό πανηγύρι της Ελλάδας της μεταπολίτευσης. Ο καθένας έχοντας τον ρόλο του.

Βρισκόμαστε στην περίοδο που τα λεφτά τελειώνουν, οπότε οι μπουζουκλερί έχουν λιγότερο κόσμο. Ακούς βαλτούς υπερασπιστές της κουλτούρας της…παραλιακής να μιλάνε για “κρίση στην νύχτα”. Αοιδοί, που τα καψουροτράγουδά τους, αποτέλεσαν το soundtrack όλης της φούσκας, του κιτς, του δήθεν, των πολυεθνικών και του ελληναρά. Αυτής της φιγούρας που διαβάζει τα αποτελέσματα του ΠΡΟΠΟ και έχει δίπλα του γλάστρες που τα ενδιαφέροντά τους φτάνουν μέχρι τα κουτσομπολιά του μεσημεριού και το μπούστο της κάθε πρωινατζούς.

Ο κάθε Πλούταρχος και ο κάθε Σφακιανάκης για το μόνο που ενδιαφέρονται και ενδιαφέρονταν, είναι τα φράγκα που μπαίνουν στην τσέπη τους. Τώρα θέλουν κάποιον να “σώσει την Ελλάδα και τους Έλληνες” για να τους ξαναδώσει περισσότερα λεφτά και να έχουν εκείνοι με την σειρά τους, την δυνατότητα να γεμίζουν και πάλι τις πίστες. Αλλιώς πως θα κερδίσει ο κάθε λαϊκός τροβαδούρος το παντεσπάνι του;

Και μιας που λέω λαϊκός, αυτοί οι τύποι ποτέ δεν ήταν μέρος του λαού. Μόνο ακριβοί διασκεδαστές, που όσο οι ελληναράδες γέμιζαν τα μαγαζιά τους, δεν χρειαζόταν να κάνουν δηλώσεις. Σχεδόν τους νόμιζες ουδέτερους ή απολιτίκ. Τότε. Γιατί τώρα η αμορφωσιά και η κακογουστιά της παραλιακής και των σκυλάδικων γενικότερα, αποδείχθηκε συγκοινωνούν δοχείο με τον φασισμό. Τον φασισμό όχι μόνο της ναζιστικής συμμορίας, αλλά και τον φασισμό του χρήματος και της ομοιομορφίας.

Αμόρφωτοι, φοβικοί και έξω από την κοινωνία. Αυτοί ήταν και είναι οι τραγουδιστές της λιγδοκαψούρας. Είδωλα των μικροαστών, που όσο φορούσαν το λαμέ προσωπείο της ψευτογκλαμουριάς, είχαν την δυνατότητα να τους ραίνουν με λουλούδια, νομίζοντας πως απαλλάσσονται από τα κόμπλεξ τους.

Τώρα που οι μικροαστοί γίνονται φτωχοί, ο “λαϊκός” αοιδός, βγάζει το κουστούμι του, αφήνει το χαμόγελο που στόλιζε τις κίτρινες φυλλάδες και επανασυστήνεται σαν αυτό που ήταν πάντα. Ένα προϊόν.


Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΚΑΤΑΚΤΗΜΕΝΟΙ


Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:

Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.

Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.

Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.

Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;

Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.

Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!

Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;

Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;

Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα!

Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;

Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι». 

Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.

Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.

Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.

Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.

Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

ΤΖΑΚ ΛΟΝΤΟΝ

ΤΖΑΚ ΛΟΝΤΟΝ


ΤΖΑΚ ΛΟΝΤΟΝ
Ο Συγγραφέας της Προλεταριακής Επανάστασης
Ο Λογοτέχνης Κουρσάρος
12 Γενάρη  1876-22 Νοέμβρη 1916
'Εζησε 40 χρόνια
Πόσο σπάνιο στ΄ αλήθεια και πόσο εμπνευσμένο, ένας συγγραφέας, στα 40 μόλις χρόνια της ταραχώδους ζωής του, να πει, να γράψει, να δημιουργήσει, να αφήσει, τέτοιας εμβέλειας Πνευματικό Έργο. Ένα λογοτεχνικό έργο που σημαδεύει την Παγκόσμια Λογοτεχνία, το περιγραφικό ταξιδιωτικό Μυθιστόρημα, τον προσωπικό κόσμο ανθρώπινων χαρακτήρων, αλλά κύρια τον κόσμο της Εργασίας, της παραγωγής, του Μόχθου, με λίγα λόγια τον κόσμο του μόχθου και της ΕΡΓΑΤΙΑΣ.
 Μια πνευματική Μεγαλοφυΐα με στέρεη και δηλωμένη πίστη στην ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ. Ένας Μαρξιστής που μέσα από τα έργα του λειτούργησε κάτι σαν Προφήτης της Ταξικής προλεταριακής επανάστασης.
 Ας «ταξιδέψουμε» στο βάθος του χρόνου, στα χνάρια της ζωής του ΤΖΑΚ ΛΟΝΤΟΝ, να δούμε μαζί του, την πορεία της σύντομης μα τόσο ταραχώδους ζωής του. Να αφουγκραστούμε τους πόθους του, τα πάθη του, τα όνειρά του, τις εμπνεύσεις του, τις πίκρες και δράματά του.
 ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ


12 Γενάρη 1876: Γεννιέται στο SAN FRANSISCO, ο ΤΖΑΚ ΤΣΑΝΕΫ, από Αμερικανίδα μητέρα πνευματίστρια και Ιρλανδό πατέρα αστρολόγο. Τα Οικονομικά της οικογένειας ήταν σε άθλια κατάσταση με συνεχείς αλλαγές εργασίας. Τρία χρόνια σαν παιδί έζησε σε ένα πανάθλιο ράντζο. «ποτέ δεν είχα παιχνίδια σαν τα άλλα παιδιά. Η φτώχεια είχε λάβει μόνιμο χαρακτήρα» αναφέρει ο ίδιος. Σύντομα όμως η μητέρα του ξαναπαντρεύεται τον Τζων Λόντον και ο μικρός Τζακ γίνεται ο γνωστός ΤΖΑΚ ΛΟΝΤΟΝ.

Αυτή η μακροχρόνια στέρηση και οι αποκλεισμοί που βίωσε του απόδωσε την διπλή έμφυτη τάση που τον συνόδευε σε όλη του τη σύντομη μα ταραχώδη ζωή. Μια βαθιά αντίφαση σημάδευε τη σκέψη του. Από τη μία η αποφασιστικότητα να γευτεί τις χαρές του κόσμου τούτου και από την άλλη το αίσθημα του αποκλεισμού και της Επανάστασης.

1884: Στα 6 του χρόνια, διαβάζει άνετα και στα 7 του αρχίζει να φουντώνει, παιδί μέσα του, το πάθος της μελέτης.

1889: Η Φτώχεια της οικογένειας τον αναγκάζουν να διακόψει τις σπουδές του και να μπει νωρίς νωρίς στον κόσμο της δουλειάς, σαν Εφημεριδοπώλης, εργάτης, κυνηγός δέρματος, συλλέκτης σε μπόουλινγκ. Τα βράδια μαθαίνει στενογραφία για να δουλέψει ρεπόρτερ.

1893: 17 χρόνων, πλάι στο διάβασμα φουντώνει μέσα του το πάθος της Θάλασσας με τα πλοία της. Πηγαίνει στον Ναυτικό όμιλο στο Σαν Φραντζίσκο και καθαρίζει τα σκάφη, χωρίς χρήματα, μήπως κάποιος καπετάνιος τον πάρει κοντά του σε κάποιο ταξίδι. Αγοράζει μια μικρή βαρκούλα και κλέβει οστρακοειδή. Μετά γίνεται Φωκοθήρας στην Ιαπωνία με το «Σοφία Σάντερλαντ».

1897: 21 χρονών, γίνεται χρυσοθήρας στην Αλάσκα. Εκεί έχει τις πρώτες του πνευματικές αναζητήσεις με συντροφιά φωτισμένων ανθρώπων. Μαθαίνει για τον ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ, τον ΝΙΤΣΕ, τον ΚΙΠΛΙΝΓΚ. Ο χειμώνας είναι φοβερός και κινδυνεύει να πεθάνει από το κρύο.
 
Οι δυσκολίες της ζωής του, τον ώθησαν να αλλάξει μυριάδες επαγγέλματα. Πήγαινε σχολείο τη μέρα, το βράδυ πούλαγε εφημερίδες, αργότερα αγόρασε το σκαφάκι του, έμαθε το μόλο σε κάθε σπιθαμή του. Δούλεψε σε φάμπρικες, έγινε πειρατής στρειδιών, ένα διάστημα στο Λιμενικό, μπάρκαρε μετά σε ένα πλοίο σαν κυνηγός στις φώκιες και στο τέλος είχε το σθένος και την έμπνευση να τα ΓΡΑΨΕΙ όλα αυτά με μοναδικό λυρισμό και δύναμη γραφής.

Παράτησε αργότερα τη δουλειά του και πήρε ενεργό μέρος σε Πορείες ανέργων εργατών. Όλα τούτα γύρω στα 1894 σε νεαρή ηλικία.


1898: γράφει τα πρώτα δύο έργα του. «Πάνω στα ίχνη του ανθρώπου» και το «Μια Οδύσσεια στο Βορρά». Και τα δύο αφηγήματα.

1900-1902: κυκλοφορούν τα πρώτα του βιβλία. «Ο Γιος του Λύκου» και 11 διηγήματα στον «Θεό των Πατέρων τους». Ακολουθεί το «Μια θυγατέρα του Χιονιού» με τα «Παιδιά του Δάσους». Έργα βγαλμένα και εμπνευσμένα από τη φυσική ζωή του δάσους.

Στους καταρράκτες του Νιαγάρα τον έκλεισαν 30 μέρες φυλακή για αλητεία και εκεί βίωσε με ανατριχιαστικό τρόπο την Κρατική καταστολή στους κρατούμενους της φτώχειας και της εγκατάλειψης. Έναν ολάκερο κόσμο στα σίδερα του Κράτους να βασανίζεται, να ξυλοφορτώνεται, να εξευτελίζεται.

Μετά από όλα αυτά ένας νέος ώριμος και συνειδητοποιημένος Τζακ Λόντον έκανε την εμφάνισή του. Διάβασε Μαρξισμό. Γνώρισε το Εργατικό και Σοσιαλιστικό Κίνημα. Κείνη την εποχή στις Η.Π.Α. το Κίνημα διαδίδονταν με ταχύτητα αστραπής από Πόλη σε πόλη. Απόκτησε δύναμη, ταξική έκφραση, περιοδικά, τύπο. Ο Τζακ Λόντον διάβασε το «ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ» και το αποστήθισε στην κυριολεξία. Δανείστηκε τη δομή του, τις απόψεις του και πρόσθεσε τις δικές του Εμπειρίες. Γρήγορα έγινε ένας βασικός ομιλητής και διανοητής της Εργατικής Τάξης και του Κομμουνιστικού Κινήματος.

Πλούτισε τις γνώσεις του με Χέγκελ, Σπένσερ, Δαρβίνο, Χάξλεϋ. Μέσα κάπου στην άκρη του μυαλού του διατηρούσε κάποια ψήγματα αντιδραστικών ιδεών από τον Νίτσε, κάποιες απόψεις για Φυλετική ανωτερότητα των Λευκών και μια ελαφρά κρυμμένη αποστροφή για την Γυναίκα. Τάσεις που σποραδικά εμφανίζονταν στον διαλογισμό του γύρω στα 1905 αλλά που η μεγάλη Σοσιαλιστική του Παιδεία κατάφερε να απωθήσει.

1905: από την εποχή αυτή και μετά άρχισε να καθιερώνεται συγγραφικά και να βγάζει την απίστευτη ενέργεια της σκέψης του. Σχημάτισε με τις πωλήσεις των Βιβλίων του μια μεγάλη περιουσία που του έδωσε την δυνατότητα μιας πλούσιας και άνετης ζωής. Υπεράσπιζε και κήρυττε με πείσμα τον Σοσιαλισμό και τα έργα του άρχισαν να δημιουργούν «πάταγο» και τεράστια επιτυχία με την εξάπλωσή τους αλλά και την απήχησή τους στην Κοινωνία.


Κάποια από τα έργα αυτά, πολλά, σημάδεψαν την παγκόσμια Λογοτεχνία. «Οι Άνθρωποι της Αβύσσου», μια απίστευτη και μοναδική σκιαγράφηση των συνθηκών ζωής της Εργατικής τάξης στο Λονδίνο. «Το Κάλεσμα της άγριας Φύσης», στο οποίο παραθέτονται οι εμπειρίες του από τη φτώχεια και την ταλαιπωρία, όταν ζούσε την άθλια ζωή του, τον έκαναν να βλέπει με μοναδική διορατικότητα τη ζωή και τον κόσμο των άγριων ζώων. «Μάρτιν Ήντεν», η ιστορία ενός εργάτη που προσπαθεί να μορφωθεί κάτω από αντίξοες συνθήκες. Ένα μεγάλο επίσης έργο με πάθος για το Σοσιαλισμό. «Ο Θαλασσόλυκος» , μια άκρως δραματική δημιουργία μελέτη πάνω στον ατομικισμό και στην συνδρομή του στην αυτοκαταστροφή του ανθρώπου.


1907: η Μεγάλη Πνευματική ώρα του Τζακ Λόντον ! έχοντας δει την ήττα της Επανάστασης του 1905, οραματίζεται και γράφει το μεγαλύτερο έργο του αλλά και ένα ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΤΑΞΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ. Την «ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΦΤΕΡΝΑ». Μια ελεγεία, μια φιλοσοφική πραγματεία πάνω στον Σοσιαλισμό και Κομμουνισμό, το Παγκόσμιο Κίνημα, μια ΠΡΟΦΗΤΙΚΗ δημιουργία για την άνοδο του ΦΑΣΙΣΜΟΥ στην ανθρωπότητα. Το Βιβλίο τούτο είναι το ΜΟΝΑΔΙΚΟ που κατέγραψε ο ΜΠΟΥΧΑΡΙΝ στην βιβλιογραφία του για τον ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ. Η «ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΦΤΕΡΝΑ» έκτοτε θα αποτελέσει κλασικό εγχειρίδιο μαρξιστικής φιλοσοφίας, εργαλείο μελέτης της ταξικής πάλης, υποθήκη έμπειρης ανάλυσης των κοινωνικών εξελίξεων. Και όχι μόνο αυτά. Σκιαγραφεί με μοναδική χρησιμότητα το Κοινωνικό πλαίσιο της εποχής της, ερμηνεύει την Ταξική ΔΟΜΉ, εμβαθύνει στις εξελίξεις, προαναγγέλλει τις συγκρούσεις του Μέλλοντος.

Χωρίς ίχνος υπερβολής, άνετα στο έργο αυτό θα μπορούσε κάποιος να το ονομάσει σαν την «Αποκάλυψη» της Μαρξιστικής Λογοτεχνίας.

Νιώθει και αισθάνεται όλους τους απόβλητους και καταφρονεμένους της Κοινωνίας σαν αδέλφια του, όμοια με εκείνον, χωρίς να αφήνει τα συναισθήματά του να θολώνουν τη σκέψη του.
1910-1911: Αρχίζει το γράψιμό του για το ΘΕΑΤΡΟ. Δημιουργεί τα έργα «Το φλογερό φως της μέρας», « Η Κλοπή», «Ο Γιος του Ήλιου και άλλα διηγήματα» και την «Κρουαζιέρα με το Σναρκ» με τις εμπειρίες του από τις Νότιες θάλασσες.

1913-1914: ο Οκτώβρης του 1913 τον βρίσκει λάβρο κατά της στρατιωτικοποίησης των πολιτών στις Η.Π.Α. «Κάτω ο Στρατός, Κάτω το Ναυτικό !!!» βροντοφώναζε. «Δεν χρειαζόμαστε μηχανές θανάτου, χρειαζόμαστε μηχανές ζωής !!!».

Γράφει τα έργα «Η Κοιλάδα του Φεγγαριού», έργο μεγάλης και βαθύτατης περισυλλογής. Το 1913 ανακηρύσσεται ως ο πιο πολυδιαβασμένος συγγραφέας του Κόσμου.

Το 1914, η έκρηξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου τον βρίσκει να στηρίζει αβασάνιστα τους Δυτικούς κατά των Γερμανών. Εργάζεται σαν Πολεμικός ανταποκριτής με τον ΠΑΝΤΣΟ ΒΙΛΛΑ στο ΜΕΞΙΚΟ και τον ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ ΖΑΠΑΤΑ. Συνεχίζει να γράφει ασταμάτητα.

1916: 22 Νοέμβρη. Πολύ πλούσιος όντως, καταξιωμένος αλλά παράλληλα καταπονημένος αφάνταστα, αλκοολικός (εδώ και χρόνια το ποτό ήταν αχώριστος φίλος του…), περνάει σε φάση εσωτερικής αναδίπλωσης, και αυτοκτονεί με Μορφίνη σε ηλικία μόλις 40 ετών !!! η Βίλλα του στο Γκλεν Έλλεν της Καλιφόρνια ήταν η τελευταία του κατοικία.

Το 1917 κυκλοφόρησε το τελευταίο του έργο «Ο Τζέρρυ από τα Νησιά», ενώ το 1918 τα ΑΠΑΝΤΑ του, δημοσιεύονται στα ΡΩΣΙΚΑ με προλογίζοντα τον ίδιο τον Β. Ι. ΛΕΝΙΝ (!!!). Το 1924 ξεκίνησε η Γερμανική έκδοση των ΑΠΑΝΤΩΝ, σε 31 τόμους.

«…Πέρασα χτες τη νύχτα με τους άστεγους, περπατώντας κάτω από την πικρή βροχή, και βρεγμένος ως το κόκκαλο, δεν έβλεπα την ώρα να φτάσει η αυγή. Την Κυριακή την πέρασα και πάλι με τους άστεγους, στον αγώνα τους για μια μπουκιά ψωμί. Την Κυριακή το βράδυ επέστρεψα στο δωμάτιό μου μετά από 36 ώρες δουλειάς…είμαι εξουθενωμένος, τα νεύρα μου έχουν εξασθενήσει από όσα έχω δει και την ταλαιπωρία που μου κόστισαν…» 
(25/8/1902 Γράμμα στην Άννα Στράνσκυ).


«…Κανένα άλλο βιβλίο μου δεν μου στοίχισε περισσότερο πόνο και δάκρυα, όσο η μελέτη της οικονομικής εξαθλίωσης των φτωχών…»
 (Γράμμα για του «Ανθρώπους της Αβύσσου»).
Ο ΠΡΩΤΟΣ του ΓΑΜΟΣ

Ο Τζακ Λόντον παντρεύτηκε την Μπες Μάντερν στις 7 Απριλίου 1900 την ίδια μέρα που δημοσιευόταν το αφήγημά του «Ο γιος του λύκου». Την Μπες την ήξερε πολλά χρόνια καθώς ήταν στο φιλικό του περιβάλλον. Η Stasz γράφει: «και οι δύο ήξεραν ότι δεν παντρεύονταν από αγάπη, αλλά από φιλία και από την πίστη ότι θα έκαναν υγιή παιδιά.» Ο Κίνγκμαν έλεγε: «ένοιωθαν άνετα όταν βρίσκονταν μαζί. Ο Τζακ το είχε ξεκαθαρίσει στην Μπες ότι δεν την αγαπούσε αλλά την συμπαθούσε τόσο ώστε του ήταν αρκετό για να την παντρευτεί»

Κατά τη διάρκεια του γάμου του, ο Τζακ Λόντον συνέχισε τη φιλία του με την συγγραφέα Άννα Στράνσκι, τη συνδημιουργό του «Οι επιστολές των Κέμπτον-Γουέις», μιας νουβέλας που είχε ως θέμα την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ δύο γυναικών, που συζητούν φιλοσοφικά για την αγάπη. Η Άννα έγραφε σαν «Ντέιν Κέμπτον» που υποστήριζε τη ρομαντική πλευρά του γάμου και ο Τζακ σαν «Χέρμπερτ Γουέις», όπου υπερασπιζόταν την επιστημονική άποψη, επηρεασμένος από τον Δαρβινισμό και την Ευγονική. 
Το πρώτο τους παιδί, η Τζόαν, γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1901 και το δεύτερο η Μπέσυ (αργότερα την φώναζαν Μπέκυ) στις 20 Οκτωβρίου 1902.
Μετά από διαχρονικές εξελίξεις στην πορεία της σχέσης τους στις 24 Ιουλίου 1903, ο Τζακ είπε στην Μπέσυ ότι θα έφευγε και έφυγε. Σε όλη τη διάρκεια του 1904 ο Τζακ και η Μπέσυ διαπραγματεύονταν τους όρους του διαζυγίου και στις 11 Νοεμβρίου 1904 υπέγραψαν το διαζύγιο.

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ του ΓΑΜΟΣ

Μετά από το διαζύγιο με τη Μπέσυ, ο Τζακ παντρεύτηκε το 1905 την Τσάρμιαν Κίτρετζ. Ο βιογράφος Ρας Κίνγκμαν έγραψε ότι η Τσάρμιαν ήταν «η αδελφή ψυχή του Τζακ, το ιδανικό ταίριασμα».

Ο Τζακ σύγκρινε τη «γυναίκα μητέρα» και τη «γυναίκα σύντροφο» στο βιβλίο του «Οι επιστολές των Κέμπτον-Γουέις». Αποκαλούσε χαϊδευτικά την Μπέσυ «μητέρα-κορίτσι» και την Τσάρμιαν «γυναίκα-σύντροφο».
 Η θεία και θετή μητέρα της Τσάρμιαν, Βικτώρια Γούντχολ, την είχε αναθρέψει χωρίς σεμνοτυφία. Σχεδόν όλοι οι βιογράφοι υπαινίσσονται την ασυγκράτητη σεξουαλικότητα της Τσάρμιαν.  Η Stasz λέει ξεκάθαρα «η διαπίστωση ότι η κομψή και ευπρεπής κυρία ήταν, στις ιδιωτικές τους στιγμές, γεμάτη πάθος και σεξουαλικότητα ήταν σαν την ανακάλυψη ενός μυστικού θησαυρού.» 
Ο Νόελ (Noel) (1940) αποκαλεί τα γεγονότα από το 1903 ως το 1905 «ένα οικογενειακό δράμα που θα συγκινούσε την πένα του Ίψεν» "Σε γενικές γραμμές ο Τζακ δεν υπήρξε πιστός στους γάμους του και συχνά επιζητούσε τις εξωγαμιαίες σεξουαλικές σχέσεις. Στην Τσάρμιαν βρήκε όχι μόνο μια τολμηρή, δραστήρια και σεξουαλική σύντροφο, αλλά και σύντροφο της ζωής του μέχρι τον θάνατό του."

Προσπάθησαν να κάνουν παιδιά. Παρ΄όλα αυτά, ένα παιδί πέθανε κατά τη διάρκεια του τοκετού και μία άλλη εγκυμοσύνη διακόπηκε με αποβολή.


 
 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

     «Ο Γιος του Λύκου»

     «Ο Θεός των Πατέρων του»

     «Η Κόρη του Χιονιού»

     «Τα Παιδιά του Δάσους»

     «Το κάλεσμα της άγριας φύσης»

     «Οι Άνθρωποι της Αβύσσου»

     «Ο Θαλασσόλυκος»

     «Σοφία Σάντερλαντ»

     «Η Πίστη των ανθρώπων»

     «Το παιχνίδι»

     «Ιστορίες της Ιχθυοπεριπόλου»

     «Πόλεμος των Τάξεων»

     «Η Καταφρόνηση της γυναίκας» (Θεατρικό)

     «Πριν από τον Αδάμ»

     «Λευκό κυνόδοντο»

     «Ο Φεγγαροπρόσωπος»

     «Η Αγάπη της ζωής και άλλα διηγήματα»

     «Ο Δρόμος»

     «Η Σιδερένια Φτέρνα»

     «Μάρτιν Ήντεν»

     «Κλοπή» (Θεατρικό)

     «Το Φλογερό φως της μέρας»

     «Ο Γιος του Ήλιου»

     «Η Επανάσταση και άλλα δοκίμια»

     «Σμοκ Μπέλλοου»

     «Αβυσσαλέο τέρας»

     «Τζων Μπάρλευκορν»

     «Η Κοιλάδα του Φεγγαριού»

     «Η Δύναμη του Δυνατού»

     «Το περιπλανούμενο αστέρι»

     «Φυτευτής βαλανιδιών» (Θεατρικό)




Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Που κρύφτηκαν οι ποιητές?

Που κρύφτηκαν οι ποιητές


Μα, που είναι οι ποιητές, οι στοχαστές, οι φιλόσοφοι του καιρού μας?

Άραγε υπάρχουν?

Το παρών τους είναι τόσο βουβό, σα σκιές του θεάτρου…

Που είναι οι εμπνευσμένοι συγγραφείς?

Μήπως στην άρρωστη αυτή κοινωνία το «είδος» τους εξαφανίστηκε?

Που είναι όλοι αυτοί οι επώνυμοι «καθοδηγητές» του λαού που κάποτε βουτούσαν κάτω από τον επιφανειακό αφρό για να αναδείξουν το αληθινό, να φωτίσουν όσα άλλοι ιδιοτελείς στο σκοτάδι έκρυβαν να εμπνεύσουν το λαό, να νοιώσει, να συναισθανθεί…

Ζούμε σε καιρούς απίστευτης ανέχειας, απίστευτης εξαθλίωσης…

Η αξία της ζωής υποβαθμίζεται ασταμάτητα, εξαργυρώνεται πάμφθηνα στα παζάρια της σαθρής κοινωνίας που έστησαν…

Δεν υπάρχουν ποιητές, ονειροπόλοι και πραγματικοί δημιουργοί στον καιρό μας?

Να φανερώσουν το νέο, να «δείξουν» δρόμους…

Σε ποια τρύπα λούφαξαν?

Με τι αντάλλαξαν την «ησυχία» και τη σιωπή τους?

Άραγε ο φόβος κατάπιε και αυτούς?

Που είναι οι αλήτες δημιουργοί?
Που είναι οι καλλιτέχνες του δρόμου?

Σ αυτή την κοινωνία όλα τα ανέλαβαν οι πολιτικοί και τα αφεντικά τους?

Γιατί σιωπούν οι επιστήμονες?
Κι αν μιλούν γιατί οι φωνές τους είναι τόσο χαμηλές και άτονες?

Που είναι οι ακαδημαϊκοί, οι διδάσκαλοι?
Με τι αντάλλαξαν τη σιωπή τους?

Ποιοι θα εμπνεύσουν τα παιδιά?
Οι λαικοτσιφτετελάδες, οι ξέκωλες πρωταγωνίστριες και οι διαφημίσεις?

Ποιος θα τους πει ότι όλο αυτό που ζουν είναι ένα άθλιο κατασκεύασμα?

Ποιος θα τους πει ποιες είναι οι αληθινές ανθρώπινες αξίες??
Οι άθλιοι των reality και των ειδήσεων?

Τα σχολεία τους τα θέλουνε ευνουχισμένα ρομποτάκια χωρίς σκέψη…

Ειι…ποιητές, στοχαστές, ερευνητές, φιλόσοφοι….
Ακούτε????

Βγείτε επιτέλους από τα καβούκια σας, από τη σιωπή, το φόβο και τη λήθη…

Ο όλεθρος είναι πάρα πολύ κοντά, αν σήμερα δεν αλλάξει κάτι ριζικά…

Η δίνη που ρουφάει ολόκληρη την κοινωνία προς την αποχέτευση όλο και δυναμώνει.

Σε τούτο τον τόπο άλλοτε γεννιόντουσαν οι ιδέες και οι αξίες που ενέπνεαν και εξέλυσαν ολόκληρη την ανθρωπότητα!!

Σε τούτο τον τόπο γεννήθηκε η σκέψη, οι ανθρώπινες αξίες και οι επιστήμες.

Θα μιλήσετε επιτέλους?

Θα σταθείτε στο ύψος των περιστάσεων???

Βγείτε επιτέλους από τις σκιές!!!

Μα, αν το κάνετε, να έχετε κάτι πραγματικά νέο να πείτε, να προτείνετε…

Μην αναμασήσετε ό,τι μας έφερε στο χείλος του γκρεμού.

Η κοινωνία δεν χρειάζεται αδειανά σκεύη να κάνουνε θόρυβο.


Τάσος Πετρίδης, ιδρυτικό μέλος της Πανγαία (www.thepangea.org) και υπεύθυνος εκπαίδευσης