ΕΡΤ

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Βουλή άβουλη


Είναι αμφίβολο αν έστω και ένας βουλευτής πρόλαβε να διαβάσει και να καταλάβει τι περιλαμβάνεται στο πολυνομοσχέδιο που ψηφίστηκε την Κυριακή το βράδυ. Μαζί με τις μνημονιακές υποχρεώσεις στριμώχτηκαν και άλλες άσχετες ρυθμίσεις, όλα μπήκαν σε ένα άρθρο, για να μην υπάρξουν διαφοροποιήσεις, μόνο «ναι» ή «όχι», η διαδικασία ήταν όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις αυτή του κατεπείγοντος, ο πρωθυπουργός δεν έκρινε σκόπιμο να τοποθετηθεί, ο Φώτης Κουβέλης επίσης αμίλητος και, τελικά, για μια ακόμη φορά ευτελίστηκε ο κοινοβουλευτισμός.

Δεν υπάρχει ψήφος κατά συνείδηση, επομένως και ο διάλογος που προηγείται είναι μια χαμηλής αισθητικής παράσταση για όποιον δεν έχει κάτι καλύτερο να κάνει από το να παρακολουθήσει καβγάδες από τους οποίους το μόνο συμπέρασμα που ανακύπτει είναι ότι το πολιτικό σύστημα λειτουργεί στη βάση της παραδοσιακής μεθόδου: Επικοινωνισμός, δημοσκοπικό άγχος, μικροκομματική λογική, πελατειακή αντίληψη, βλέποντας και κάνοντας. Πολύ φασαρία, ανύπαρκτη ουσία, ένα πρωτόγονο πολιτικό παιχνίδι στα μέτρα όσων επενδύουν στην καταρράκωση των δημοκρατικών θεσμών και της συνταγματικής τάξης.


Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει εθνικό αφήγημα. Ούτε η κυβέρνηση παρουσιάζει ένα σκεπτικό για το πού θα οδηγήσει η πολιτική που προωθείται, ούτε η αντιπολίτευση κάνει κάτι άλλο πέρα από το να απορρίπτει ζωηρά, δεν περιγράφει το επόμενο βήμα μετά την καταγγελία.

Ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι η ανεργία αντιμετωπίζεται και η ανάκαμψη έρχεται. Αλλά δεν έχει επιχειρήματα για να αιτιολογήσει την επαγγελία του, διαψεύδεται καθημερινά από την πραγματικότητα. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης συνεπαίρνεται από τις διαδηλώσεις στον ευρωπαϊκό Νότο, οραματίζεται μια μεγάλη κοινωνική συμμαχία, αλλά δεν μας λέει από πού θα βρει να πληρώσει μισθούς και συντάξεις εάν ακυρωθεί η δανειακή σύμβαση.

Είναι μια Βουλή η οποία δεν μιλάει για λύσεις. Διχάζεται ως προς το αν είναι καλό ή κακό, καλύτερο ή χειρότερο, ένα αμυντικό σχέδιο το οποίο έχει συνταχθεί όπως- όπως υπό την πίεση της Τρόικας και λόγω της απουσίας εθνικής αντιπρότασης.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει σύγκρουση πολιτικών αλλά συνθημάτων. Την ημερήσια διάταξη δεν χαράζουν τα κόμματα καταθέτοντας τη μία ή την άλλη εισήγηση. Την ατζέντα βάζει η Μέρκελ και τα ελληνικά κόμματα αδυνατούν έστω να επεξεργαστούν αυτή την πραγματικότητα για να τη βελτιώσουν.

Υπάρχει μια αντικειμενική αδυναμία: Στο σύστημα της ευρωζώνης, για όσους βρίσκονται σε ανάγκη δανεισμού, επιβάλλονται όροι από τους πιστωτές. Αλλά υπάρχει και μια υποκειμενική δυνατότητα: Ένας ιδεολογικά φορτισμένος σχεδιασμός ο οποίος θα καταλήγει κάπου, θα περιγράφει δηλαδή στάδια πορείας προς έναν προορισμό.

Είναι φανερό ότι έχει αναπτυχθεί συλλογικός εθισμός σ’ αυτή την κατάσταση ο οποίος εκφράζεται με απάθεια και συντηρητικοποίηση. Ο υπουργός Οικονομικών υπέκυψε στην πίεση της ΔΗΜΑΡ να διευκολύνονται σε σχέση με την πληρωμή του ειδικού τέλους ακινήτων όσοι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Ας το δούμε αντίστροφα: Είναι δυνατόν να επιβάλλεται χαράτσι σε εκείνους που βρίσκονται κάτω από το νερό, που έχουν ήδη βουλιάξει; Από την άλλη, πώς μπορεί να διαπιστωθεί με ακρίβεια η πραγματική οικονομική αδυναμία; Από τις φορολογικές δηλώσεις; Αφού δηλώνονται εισοδήματα πενίας από εύπορους ελεύθερους επαγγελματίες με μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ένας αξιόπιστος μηχανισμός για να διακριθούν οι φοροφυγάδες από τους μη έχοντες. Ξέρουμε μόνο πόσοι είναι οι άνεργοι, για τους οποίους επίσης συζητάμε με άνεση ότι πρέπει να τους εξασφαλιστεί ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και το σοκαριστικό είναι ότι το αυτονόητο σε οποιαδήποτε πολιτισμένη κοινωνία, το δικαίωμα στην υγεία για όλους, είναι υπό διαπραγμάτευση.

Το να ξέρουμε ποιοι είναι πλούσιοι και ποιοι φτωχοί στη χώρα μας δεν είναι θέμα μνημονίου. Είναι θέμα πολιτικής βούλησης, λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και ορθολογικών κανόνων δικαίου στη φορολογική πολιτική. Ως προς αυτό δεν εμποδίζει ο Τόμσεν ούτε ο Σόιμπλε. Εμποδίζει η εγχώρια διαπλοκή μικρής και μεγάλης κλίμακας, η παραλυσία ενός νοσηρού κράτους, η συστημικότητα της διαφθοράς και της αδιαφάνειας, η ελλειμματική αντίληψη περί ατομικής ευθύνης, η αδυναμία συνεννόησης μεταξύ των κομμάτων στα βασικά: Ποιοι θα πληρώσουν τι και μέσω ποιας διαδικασίας. Περισσότερα αυτοί που έχουν περισσότερα –ούτε ως προς αυτό, αρχή και τέλος για την εθνική επιβίωση, δεν υπάρχει μία μέθοδος διακομματικής αποδοχής που θα μπορούσε να εφαρμοστεί απρόσκοπτα και αυστηρά.

Η ελληνική κοινωνία δεν έχει να διαλέξει μεταξύ δύο πολιτικών, δεν βρίσκεται μπροστά σε διαφορετικούς δρόμους για να ακολουθήσει τον έναν ή τον άλλο. Δεν αντιλαμβάνεται τι Ελλάδα θέλει ο καθένας , ο ένας μέσω του μνημονίου, ο άλλος εκτός μνημονίου. Όταν δεν υπάρχει δικαίωμα επιλογής, δεν υπάρχει ελευθερία. Η αίσθηση της ματαιότητας είναι μια απάντηση στο ερώτημα γιατί μένουν όλοι ακίνητοι και επιρρεπείς στην εύκολη αποδοκιμασία συνολικά του πολιτικού συστήματος ή σε συνθηματολογικά αιτήματα του τύπου φέρτε πίσω το κατοχικό δάνειο για να το συμψηφίσουμε με το χρέος μας.

Η απαξίωση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας είναι, εκτός από σύμπτωμα βαθιάς παρακμής, άλλοθι για το πολιτικό σύστημα προκειμένου να κρύψει την έλλειψη σχεδίου. Η συμπεριφορά στο κοινοβούλιο είναι παραπολιτική, η πρόταση είναι πολιτική. Όσο λείπει η δεύτερη τόσο τα φώτα θα πέφτουν στην πρώτη. Ακόμη χειρότερα, όσο λείπει η πολιτική τόσο πιο αποκρουστική θα γίνεται η πρώτη ύλη της παραπολιτικής. Όποιος δεν έχει τι να πει κάνει υπερβολική φασαρία για να καλύψει το άδειο του λόγου του.

Ωραία φάση

Tο πολυνομοσχέδιο –εκτός του νέου κατώτατου μισθού και της μείωσης των εργοδοτικών εισφορών- περιλαμβάνει και μια διάταξη που προβλέπει πως οι άνεργοι που θα προσλαμβάνονται για ολιγόμηνη απασχόληση, με προγράμματα τύπου stage, στους δήμους και τις περιφέρειες θα εξαιρούνται από τις διαδικασίες του ΑΣΕΠ. 

Αν θυμάμαι καλά, η κατηγορία για τον ΣΥΡΙΖΑ, προεκλογικά, ήταν πως μια αφίσα κάποιας από τις συνιστώσες του αναφερόταν σε 100 χιλιάδες προσλήψεις σε σχολεία, νοσοκομεία κλπ. Υποθέτω με τις διαδικασίες του ΑΣΕΠ. 

Τώρα, μπορεί η κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας—ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ να αποφασίσει να πάει σε εκλογές, υποσχόμενη σε εκατοντάδες χιλιάδες άνεργους μια θέση εργασίας -που δεν είναι ακριβώς εργασία-, ενώ μετά θα τους κρατάει και ομήρους, με την υπόσχεση της μονιμοποίησης στο Δημόσιο. 

Δηλαδή, από εκεί που η χρεοκοπία της χώρας οφειλόταν στο δημόσιο χρέος και πρέπει να απολυθούν δημόσιοι υπάλληλοι και να κάνουμε θυσίες μέχρι το 2257, θα γίνουν προσλήψεις και μάλιστα εκτός ΑΣΕΠ.

Τέλειο δεν είναι; 

Και ο ιδιωτικός τομέας, και οι επενδύσεις και όλα αυτά τα μεγαλεπήβολα -με τα οποία μας έχουν πάρει τ’ αυτιά- είναι μπαρμπούτσαλα. 

Καμιά φορά σκέφτομαι πως μπορεί να κάνω λάθος και να είχαν δίκιο ο Παπανδρέου, ο Παπαδήμος, ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος, ο Κουβέλης και τα άλλα παιδιά, αλλά μετά συμβαίνει κάτι όπως αυτό και συνειδητοποιώ πως αυτή η χώρα πρέπει να καταστραφεί εντελώς και να φτιαχτεί από την αρχή. 

Άλλη λύση δεν υπάρχει. 

Το χειρότερο απ’ όλα είναι ο εκβιασμός σε ανθρώπους που δεν έχουν εργασία και θα εξευτελιστούν, για να παίρνουν κάτι σαν επίδομα, χωρίς, ουσιαστικά, να κάνουν τίποτα και χωρίς να αποκτούν κάποια γνώση. 

Θα τους κρατάνε φρόνιμους και υποταγμένους. Ραγιάδες. 

Τον Σαμαρά, τον Βενιζέλο και τον Κουβέλη δεν τους ενδιαφέρει καθόλου η χώρα. 

Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να επιβιώσουν πολιτικά όσο περισσότερο γίνεται. 

Ξέρουν καλά πως, μετά τις επόμενες εκλογές, κανείς από τους τρεις τους δεν θα καταφέρει να επιβιώσει πολιτικά.

Είναι τελειωμένοι.

Αλλά, αν δεν τους ανατρέψουμε, είμαστε τελειωμένοι κι εμείς. 

(Μην τους ανατρέψετε τις επόμενες μέρες. Μην πάτε και κάνετε τώρα καμιά επανάσταση και την χάσω. Να περιμένετε να επιστρέψω. Αν και μπορεί να μην γυρίσω. Οπότε, κάντε ό,τι θέλετε. Μη σας δεσμεύω. Δεν θέλω να σας καταπιέζω.)
 

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Ρουτίνα

Υπερψηφίστηκε χτες από τη Βουλή το Πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών, ενώ οι Έλληνες έκαναν βόλτες στη λιακάδα, αποδεικνύοντας περίτρανα την ωριμότητά τους και την πεποίθησή τους πως όσα συμβαίνουν μέσα στη Βουλή δεν τους αφορούν καθόλου. 

Ανάμεσα στα άλλα πολύ θετικά μέτρα, προβλέπεται μισθός που δεν θα ξεπερνάει τα 490 ευρώ, ενώ για τους εργαζόμενους κάτω των 25 ετών οι αποδοχές δεν θα ξεπερνούν τα 427 ευρώ. 

Τα 490 ευρώ θα είναι για τους τυχερούς, αφού, αν προσέξει κάποιος τη διατύπωση της νομοτεχνικής προσθήκης του Γιάννη Στουρνάρα, θα διαπιστώσει πως ο μισθός μπορεί να είναι και μικρότερος.

Θεωρητικά, ο νέος κατώτατος μισθός γίνεται κατά παρέκκλιση της ισχύουσας νομοθεσίας – λες κι όλα τα υπόλοιπα είναι σύμφωνα με τον Νόμο –, και υποτίθεται ότι αφορά ανέργους, αλλά, με 27% ανεργία, σύντομα θα γίνει αντιληπτό πως αφορά τους πάντες• εκτός, βέβαια, από αυτούς που τον ψήφισαν και αυτούς που θα ουρλιάζουν στα ΜΜΕ πως είναι θετικό και αναγκαίο μέτρο

Πριν από δυο μήνες, o Αντώνης Σαμαράς είχε δεσμευτεί προσωπικά πως δεν πρόκειται να υπάρξει νέα μείωση του κατώτατου μισθού αλλά το ξανασκέφτηκε ο άνθρωπος –και καλά έκανε-, αφού, άλλωστε, ο ίδιος είναι εντελώς διακοσμητικός και τις αποφάσεις τις παίρνει η Τρόικα, και τις πλασάρουν μετά στο πόπολο οι Πρετεντέρηδες και κάτι λουλούδες της Συγγρού. 

Μαζί με τον μισθό κάτω από 490 ευρώ, προβλέπεται και μείωση των εργοδοτικών εισφορών –ως μέτρο ανάσχεσης τα ανεργίας-, οπότε είναι σίγουρο πως στο επόμενο νομοσχέδιο θα προβλέπεται πως ο εργαζόμενος πρέπει να κάνει και π.....

Δεν πειράζει, πάντως, αφού αυτό που έχει σημασία είναι να παραμείνουμε στο ευρώ, έστω κι αν στο τέλος δεν θα πληρώνεται κανείς. 

Τα 490 ευρώ θα δίνονται στους εργαζόμενους σε χαρτονόμισμα των 500 ευρώ και αυτοί θα δίνουν ρέστα 10 ευρώ, για να κινείται το χρήμα και να ανέβει η αγορά. 

Παράλληλα, οι εργαζόμενοι θα έχουν συνέχεια τον φόβο μην τους επιτεθεί κάποιος και τους κλέψει το 500άρικο, και αυτό θα τους κάνει να νομίζουν πως είναι καλοπληρωμένοι και προνομιούχοι. 

Επίσης, είναι σημαντικό πως η γενιά των 700 ευρώ –για την οποία τόσος θόρυβος έγινε πριν λίγα χρόνια- μοιάζει πια με γενιά εφοπλιστών μπροστά στη σημερινή, και ακούς νέους ανθρώπους να λένε «ελπίζω μια μέρα να καταφέρω να βγάζω 700 ευρώ». 

Έχει και τα καλά του το Μνημόνιο. Με κάνει να αισθάνομαι πλούσιος. Κροίσος. 

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Οι αδιάφοροι, του Αντόνιο Γκράμσι


«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους.
Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα.

Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει.

Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν.

Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;

Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.

Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορους. 11 Φεβρουαρίου 1917»

*Ο Αντόνιο Γκράμσι (Antonio Gramsci, Άλες Σαρδηνίας, 23 Ιανουαρίου 1891 — Ρώμη, 27 Απριλίου 1937) ήταν Ιταλός συγγραφέας, πολιτικός επιστήμονας και γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας.

 Aπό http://www.alfavita.gr/. Mετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

'Κόσμιες" γενοκτονίες

Εκείνες που δεν θα καταγγελθούν. Δεν θα φτάσουν πιθανότατα οι υπαίτιοι σε κάποιο διεθνές δικαστήριο. Είναι ο αφανισμός του πληθυσμού με «κόσμιο» τρόπο. Δεν βγαίνει κανείς στους δρόμους να σκοτώνει ομαδικά τους ανθρώπους. Δεν βλέπουμε πουθενά εκτελεστικά αποσπάσματα, κλούβες να μαζεύουν το κόσμο, κάρα με σκελετωμένους να τους οδηγούν σε ομαδικούς τάφους. Όλα είναι κόσμια...ευρωπαϊκά, πολιτισμένα.

Κι όμως κανείς δεν ξέρει αυτή τη στιγμή πόσα θύματα θρηνούμε εξ΄αιτίας μνημονιακών πολιτικών. Ξεκάθαρα. Όχι τους ανθρώπους που οδηγήθηκαν από απελπισία να αφαιρέσουν οι ίδιοι τη ζωή τους. Αυτό το ακούμε, το διαβάζουμε. Έρχεται κάθε μέρα το δελτίο αυτοκτονιών μπροστά μας σαν ένας εφιάλτης που σκεπάζει τις ψυχές μας . Η μνημονιακή Ελλάδα αυτή τη στιγμή κρύβει πίσω από τους τοίχους χιλιάδες προσωπικές τραγωδίες που δεν φαίνονται. Χιλιάδες ανθρώπους που αρρωσταίνουν ή θανατώνονται χωρίς να παίρνει κανείς χαμπάρι ούτε πως έγινε....

Υπερβολές θα πουν οι ανεγκέφαλοι. Θέλετε να σας περιγράψω λίγες υπερβολές? Πριν λίγο καιρό έχασα ένα δικό μου άνθρωπο. Ήταν ηλικιωμένος ναι, αλλά μέχρι το περασμένο καλοκαίρι τον θυμάμαι, σαν να είναι τώρα μπροστά μου να σχολιάζουμε τα γεγονότα, να τρώει ήσυχος το μεζεδάκι του, να κάνει τις βόλτες του έχοντας ΥΠΟ ΠΛΗΡΗ ΕΛΕΓΧΟ, χρόνια προβλήματα με τη κατάλληλη θεραπευτική αγωγή. Είχε κάνει όλες του τις εξετάσεις, ο γιατρός γέλαγε και του έλεγε «εσύ θα μας φας όλους» Ένας άνθρωπος που ήξερε ακριβώς το πρόβλημά του και το φρόντιζε με πλήρη επιμέλεια. Σίγουρα όσο πέρναγαν τα χρόνια η κατάσταση επιβαρυνόταν, αλλά αυτό το Σεπτέμβρη συνέβη κάτι ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ που ποτέ δεν θα βγει από το μυαλό μου.
 
Υπήρχε ένα φάρμακο που ήταν η βασική του και η απαραίτητη θεραπεία του , ΖΗΤΗΜΑ ΖΩΗΣ Η ΘΑΝΑΤΟΥ. Παίρνοντας αυτό ήταν καλά και ο γιατρός του είχε τονίσει αυστηρά αμέτρητες φορές, μη γελαστείς και ξεχάσεις να πάρεις ούτε μια μέρα αυτό το φάρμακο γιατί θα έχουμε μεγάλο πρόβλημα.  Το περασμένο Σεπτέμβρη ξαφνικά το φάρμακο του εξαφανίστηκε και στη θέση του έδωσαν κάτι που ούτε το είχε ξαναδεί αλλά ούτε  μπορούσε να διαβάσει τι έγραφε γιατί το σχετικό φυλλάδιο γιατί  ήταν γραμμένο μόνο στα γερμανικά. ΓενόσημοΤο γνωστό φάρμακο δεν υπήρχε πουθενά. Ακόμα και να το πληρώναμε, απλά δεν υπήρχε. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Κι άλλα φάρμακα του τα άλλαξαν... Σε διάστημα 3 μηνών μάζευε υγρά , έπαθε δυο φορές πνευμονικό οίδημα. Μπήκε τρεις φορές στο νοσοκομείο αλλά η κατηφόρα είχε ξεκινήσει με πολύ βίαιο τρόπο. Τον είδα να  αγωνιά χωρίς να μπορεί να κατουρήσει, να γεμίζει από υγρά,  να πέφτει κάτω από δύσπνοια που ούτε με το οξυγόνο δεν την διόρθωνε, να κιτρινίζει και να τρέχει τις νύχτες στα επείγοντα. ΜΑΡΤΥΡΗΣΕ... Δεν μπορούσα να γράψω καν γι΄αυτά τόσο καιρό γιατί με πονάγανε κι οι λέξεις... Μαρτύρησε, μέχρι τη τελευταία πνοή.

Το τέταρτο μήνα βρέθηκε διασωληνομένος και μετά.. έφυγε χωρίς να προλάβει κανείς να μας πει αν αυτό το γ@μημένο γενόσημο ήταν τόσο σίγουρο τελικά...

Ίσως να είναι η φαντασία μου, η άγνοιά μου, η στεναχώρια μου που με κάνουν να τα σκέφτομαι όλα αυτά. Είναι όμως έτσι? Τη στιγμή που ΟΥΤΕ Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΤΟΥ δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν το φάρμακο που το έδωσε αντί για εκείνο που έπαιρνε ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ? Υπάρχει κάποιος έντιμος επιστήμονας που να μπορεί να μιλήσει για ΣΥΜΠΤΩΣΗ? Κι αναρωτιέμαι μετά από αυτό. Γνωρίζετε άραγε πόσοι αυτή τη στιγμή χάνετε τους ανθρώπους σας όχι γιατί τους κάλεσε κάποιος Θεός κοντά του αλλά γιατί είναι ΠΕΡΙΤΤΟΙ για την Ελλάδα που όπου να ναι μπαίνει στην ανάπτυξη?

Γνωρίζουμε όλοι πόσα παιδιά υποσιτιζόμενα θα έχουν σοβαρότατα προβλήματα για το υπόλοιπο της ζωής τους ακόμα και να κατορθώσουν να ζήσουν? Γνωρίζουμε πόσες χιλιάδες ξαφνικές ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ διαφόρων χρόνια πασχόντων οφείλονται στη μοίρα τους ή στη κακιά τη μοίρα των συμμοριών που εκνευρίζονται γιατί «δεν πεθαίνουν κιόλας..» Γνωρίζουμε πόσους θανάτους καταγράφουμε αυτή τη στιγμή που σχετίζονται με τη φτώχεια, την έλλειψη φαρμάκων ή ιατρικής φροντίδας, τον υποσιτισμό, τις επιπτώσεις από το τεράστιο στρες, τη κατάθλιψη, την απελπισία, την αγωνία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων για το τι θα ξημερώσει?

Γνωρίζουμε επίσης να απαντήσουμε στο ερώτημα πόσες χιλιάδες θάνατοι εκτός από τους προαναφερόμενους συμβαίνουν από σάπια τρόφιμα, μεταλλαγμένα, από μολυσμένα νερά, από μολυσμένο αέρα, από ύποπτα εμβόλια, από ακτινοβολίες, χημικά, πυρηνικά απόβλητα?

Αυτά όλα δεν είναι γενοκτονίες? Εγώ δεν μπορώ να βρω το δίκιο μου γιατί όπου και να πάω θα μου πουν, καιρός του ήταν να φύγει... Μπορεί τελικά να έχω άδικο και να είναι έτσι. Δεν ξέρω.. Εσύ όμως που έχεις μικρά παιδιά, εσύ που είσαι νέος και θα έπρεπε  να έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου υγιής, ευτυχισμένος δυνατός, εσύ που βλέπεις τα παιδιά και τα παιδιά των παιδιών σου να είναι κιτρινιάρικα, να κουράζονται με το παραμικρό, που ακούς κάθε τόσο για τους μισούς σου φίλους, γνωστούς συγγενείς γεμάτους από καρκίνους, γεμάτους χρόνιες παθήσεις, εξαθλιωμένοι, βασανισμένοι να σβήνουν χωρίς κανείς να μπορεί να κάνει τίποτα? Θεωρείτε πως είναι κάτι το φυσιολογικό τέτοια έξαρση ασθενειών σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού? Σε μια παρέα δέκα νεαρών παιδιών, τα πέντε να υποφέρουν από παθήσεις του θυρεοειδούς? Είναι τόσο φυσιολογικό να κυκλοφορούν εκατοντάδες παιδιά 18, 20 χρονών με τη θυροξίνη στο τσεπάκι έτσι για πλάκα? Και θα σταματήσω σ΄αυτό που είναι το πλέον συνηθισμένο γιατί αν συνεχίσω δεν θα φτάνουν σελίδες για να περιγράψω τη φρίκη που ζούμε. 

Κι η μεγαλύτερη φρίκη είναι πώς οι άνθρωποι...

ΣΥΝΗΘΙΖΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΠΩΣ ΑΥΤΗ Η ΦΡΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ....
 
ΕΧΟΥΝ ΚΑΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΠΩΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΑΞΙΖΕΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΟΝΟΣ, Η ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ...

Χιλιάδες άνθρωποι αυτή τη στιγμή είναι άρρωστοι πνευματικά, σωματικά ή και τα δύο.  Από ένα βομβαρδισμό από βρωμιές στον οργανισμό τους, από έλλειψη βασικών αγαθών, από ένα βομβαρδισμό τρομοκρατίας, εκβιασμού, απειλής στο μυαλό τους. Ένα μέρος θα γεμίσει από αρρώστιες, ένα άλλο θα αφαιρέσει τη ζωή του, κάποιο τρίτο μέρος θα κοιμάται με χάπια, θα καταλήξει ίσως νεκροζώντανο να φυτοζωεί απλά. Κι αυτοί οι άνθρωποι θα είναι οι γονείς μας, τα παιδιά μας, οι αγαπημένοι μας, οι φίλοι μας, οι γείτονες, οι συνάδελφοι, οι συμμαθητές μας, οι ΑΝΡΩΠΟΙ ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ.

Όπως είχε πει κάποιος...

Υπάρχει κάτι χειρότερο από το να πεθάνεις εσύ ο ίδιος. Να σε βάλουν να δεις να πεθαίνουν τα παιδιά σου. Άραξε , πάρε την εφημερίδα και το καφεδάκι σου...

Κι απόλαυσέ το.

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Τα «καλά» της Χούντας



Η ιστορική άγνοια αποτελεί λίπασμα για την πολιτική αφασία. Ο φασισμός γίνεται «ελκυστικός» πάντα και μόνο πάνω στο έδαφος της αφασίας και της άγνοιας. Το κράτος των αστών έχει κάθε λόγο να καλλιεργεί την αφασία και την άγνοια, ώστε έτσι να κρατά πάντα ζεστό τον κόρφο που επωάζει τα «φίδια» του.


Δεν υπάρχει χούντα (στην Ελλάδα και οπουδήποτε στον κόσμο) που να μην είναι κυλισμένη στο αίμα της τρομοκρατίας, στην αγριότητα, στην ταξική βαρβαρότητα και στο βούρκο της διαφθοράς

(σ.σ.: Με τους «ημέτερους» συνταγματάρχες είχαμε εκείνη ακριβώς τη διαφθορά και εκείνη την «τιμιότητα» που άρμοζε στη γελοιότητά τους: από τα «κρέατα του Μπαλόπουλου» μέχρι την «νέα φαυλοκρατία» με τις «τακτοποιήσεις» των γαμπρών του Παττακού, των αδερφών του Παπαδόπουλου και των ίδιων των πραξικοπηματιών που «νομοθέτησαν» τον... διπλασιασμό των μισθών τους, και από τις συμβάσεις με «Litton», «Μακντόναλντ», «Τομ Πάππας» και «Ζήμενς» - πάντα η... «Ζήμενς» - μέχρι την ανέγερση του «θαυματουργού» (καθότι... αόρατος) Ναού του Σωτήρως. Μόνο από εκεί, από έναν προϋπολογισμό ύψους 450 εκατομμυρίων, φαγώθηκαν τα 400...).

Εντούτοις, εδώ θα περιοριστούμε να αναφερθούμε σε ένα μόνο από τα «καλά» της δικτατορίας: Σ' αυτό το τόσο γελοίο όσο και «προσφιλές» τροπάρι περί του «οικονομικού θαύματος», δήθεν, της χούντας των συνταγματαρχών.

Εχουμε και λέμε:

1) Το δημόσιο χρέος επί χούντας αυξήθηκε από 38,7 δισεκατομμύρια δραχμές τον Δεκέμβρη του 1967 σε 87,5 δισεκατομμύρια δραχμές τον Ιανουάριο του 1973.

2) Το εμπορικό έλλειμμα το 1973 ήταν πέντε φορές μεγαλύτερο από αυτό του 1968.

3) Το ποσοστό των δαπανών για την εκπαίδευση στο σύνολο των γενικών κρατικών δαπανών μειώθηκε από 11,6% σε 10%, όταν οι δαπάνες για την «άμυνα» και «δημόσια ασφάλεια» του αστυνομοκρατικού καθεστώτος μέσα σε μια πενταετία σχεδόν διπλασιάστηκαν.

4) Οι προσωπικές καταθέσεις μειώθηκαν από 34,2 δισεκατομμύρια δραχμές το 1972 σε 19,6 δισεκατομμύρια δραχμές το 1973.

5) Στην Ελλάδα, που είχε το χαμηλότερο ποσοστό πληθωρισμού μεταξύ όλων των χωρών του ΟΟΣΑ το 1961-71 (2,2%), ο δείκτης καταναλωτικών τιμών αυξήθηκε κατά 15,3% από το 1972 έως το 1973 και κατά 37,8% από τον Απρίλη του 1973 μέχρι τον Απρίλη του επόμενου έτους, και μάλιστα σε τομείς όπως τα είδη πρώτης ανάγκης και η υγεία. Το 1973 το ποσοστό του πληθωρισμού είχε επιφέρει μειώσεις των πραγματικών μισθών κατά 4%.

6) Στον αγροτικό τομέα, όπου απασχολούνταν το 44% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, αντί της πενταετούς πρόβλεψης του καθεστώτος για ανάπτυξη 5,2%, η αγροτική οικονομία αναπτύχθηκε κατά μόλις 1,8% στην περίοδο 1967 - 1974, σε αντίθεση με το 4,2% κατά την περίοδο 1963 - 1966. Οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων μειώθηκαν από το 63% του συνόλου των εξαγωγών το 1968 στο 48% το 1972. Το αποτέλεσμα ήταν το κατά κεφαλήν αγροτικό εισόδημα να πέσει από το 55% στο 43% του μέσου κατά κεφαλήν εθνικού εισοδήματος.

7) Οι φόροι που επιβάρυναν τα λαϊκά στρώματα ανέρχονταν στο 91% επί του συνόλου των φορολογικών εσόδων του καθεστώτος, τα οποία από 27,4% του ΑΕΠ το 1966, επί συνταγματαρχών και μέχρι το 1972 αυξήθηκαν στο 29,2%. Από την άλλη, οι φόροι επί των επιχειρήσεων μειώθηκαν κατά 10,9% την περίοδο 1972 - 73, η φορολογική «μεταρρύθμιση» του 1968 που μετέφερε το φορολογικό φορτίο στους ώμους της εργατικής τάξης με τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους πλουτοκράτες να απολαμβάνουν μεγαλύτερα φορολογικά προνόμια είχε ως συνέπεια οι φοροαπαλλαγές 464 μεγάλων επιχειρήσεων το 1971 να ήταν κατά τρεις φορές υψηλότερες από τους φόρους που οι ίδιες εταιρείες είχαν καταβάλει. Επίσης, τα φορολογικά έσοδα από τις ναυτιλιακές εταιρείες μειώθηκαν από 109 εκατομμύρια δραχμές το 1968 σε 29 εκατομμύρια το 1972 (μείωση 73%!), περίοδος κατά την οποία ο ελληνικός στόλος αυξήθηκε κατά 16,7 εκατομμύρια τόνους.

8) Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε κατά οχτώ φορές, μεταξύ του 1967 και 1972. Το ισοζύγιο πληρωμών από μέσο πλεόνασμα 14,6 εκατ. δολαρίων την περίοδο 1960 - 66, εμφάνισε μέσο έλλειμμα την περίοδο 1967-73 ύψους 117 εκατομμυρίων δολαρίων.

Αυτά ήταν τα... «καλά» επί του καθεστώτος των συνταγματαρχών.

Από τη μια, φορολογικά και κάθε λογής προνόμια σε ντόπια και ξένα μονοπώλια, χαριστικές πράξεις στους φιλικά προσκείμενους στη χούντα Ωνάσηδες, Τομ Πάπες και Νιάρχους, φτηνό και φιμωμένο εργατικό δυναμικό, απαλλαγές από δασμούς και πακτωλός επιχορηγήσεων («νόμοι» 89/1967 και 378/1968) σε εφοπλιστές, βιομήχανους, μεγαλεμπόρους, μεγαλοξενοδόχους, επιβολή 300 ειδικών μέτρων παροχής πλήρους ελευθερίας στο εγχώριο και ξένο κεφάλαιο να κερδοσποπεί χωρίς κανέναν έλεγχο, και, από την άλλη «ξεχαρβάλωμα» όλων των οικονομικών δεικτών, αποσάθρωση της εγχώριας παραγωγής, βάρη στο λαό και μια πλασματική «ανάπτυξη» που πίσω της έκρυβε αθρόες εισαγωγές, επιμήκυνση πιστώσεων και τεχνητή κυκλοφορία χρήματος, που προέκυπτε από αναγκαστικό δανεισμό κι άλλες τέτοιες υψηλού επιπέδου δημοσιονομικές αλχημείες.

(Τα παραπάνω στοιχεία είδαν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας το 1975. Πηγή: Journal of the Hellenic Diaspora Vol 2 -1975-, Permanent URL:http://hdl.handle.net/10066/4929. Για αναλυτικότερη ενημέρωση στην επισκόπηση του Βασίλη Καρίφη, «Η ελληνική οικονομία κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967 - 1974)», στο «greekjunda.blogspot.com»).


Νίκος Μπογιόπουλος

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΕΥΑΙΣΘΗΤΕΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ COOL...

Διαβάζω πως από 29 Απριλίου έως 4 Μαΐου πολλές διασημότητες θα συμμετάσχουν σε μια καμπάνια που ονομάζεται "live below the line" δηλαδή θα προσπαθήσουν να ζήσουν με 1,5 δολάρια την ημέρα για 5 μέρες! Είναι μια κίνηση για να ευαισθητοποιηθεί ο κόσμος για όσους ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας....
Πόσο γελοίο μπορεί να είναι να ξυπνάς ένα πρωί, άλλος μετά από ένα γερό χανγκοβερ από ένα ξέφρενο πάρτι, άλλος μετά από μια γερή αρπαχτή στη χρηματιστηριακή του πλατφόρμα, άλλος βγαίνοντας από τη τράπεζα έχοντας εισπράξει μερικές εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια για τα ψώνια της ημέρας, και να πεις γαμώτο μεγάλη πλήξη σήμερα, αντί να χτυπήσω λίγη κόκα δεν παριστάνω το φτωχό για να σπάσει η μονοτονία της χλιδής?
Ελπίζω οι ντόπιοι μεγιστάνες να έχουν μια ελάχιστη τσίπα να μην μας δώσουν καμιά τέτοια παράσταση γιατί τα νεύρα μας είναι πολύ τεντωμένα. Έχουμε φάει στη μάπα τα κινήματα τους είδους "είμαστε όλοι μια μεγάλη αγκαλιά" ,  τα τσάγια των κυριών με τις τραβηγμένες μούρες που κλαίνε για τα φτωχά παιδάκια που είναι άρρωστα τα κακόμοιρα, τις πρωτοβουλίες μεγάλο καρχαριών για τη συλλογή φαρμάκων, ρούχων και φαγητού για τους αναξιοπαθούντες, και άλλα πολλά φαιδρά που παίζουν με την ήδη εξαντλημένη νοημοσύνη μας.
Το κίνημα, εκ μέρους μας, για πέντε έστω μέρες δεν συμμετέχω ούτε στις κωλοδουλιές σας, ούτε σε αγορές των παιχνιδιών σας, δεν ανοίγω τη ρημάδα τη τηλεόραση και τέτοια σχετικά μπορούμε να το κάνουμε εμείς ή είμαστε τόσο εξαρτημένοι από τους πατερούληδες μας ώστε και η ελάχιστη απομάκρυνση από τις φωλίτσες μας, να μας προκαλεί κρίσεις πανικού?...
 

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Χούντα… 2013

Τα μέλη της κυβέρνησης δεν είναι συνταγματάρχες, ταξίαρχοι και πολύ περισσότερο στρατηγοί. Είναι στην κυβέρνηση μετά από εκλογές και όχι μετά από την κάθοδο των τανκς. Έχουμε κόμματα, εφημερίδες. Έχουμε τις βασικές ελευθερίες, λόγου, έκφρασης, συνάθροισης (αν και αυτό συζητείται…). Η χώρα δεν είναι απομονωμένη. Δεν έχουμε Μακρόνησο. Για την ακρίβεια την έχουμε, αλλά άδεια… Δεν έχουμε ΕΑΤ-ΕΣΑ. Η τηλεόραση είναι έγχρωμη και το σήμα του έθνους δεν είναι ένα πουλί.

Ναι τέτοια Χούντα, δεν έχουμε. Η παραπάνω διευκρίνιση κρίνεται ως αναγκαία, επειδή κάθε φορά που συγκρίνεται η σημερινή κατάσταση με Χούντα, εγείρονται ενστάσεις και αντιδράσεις, του στυλ, «μα τι λέτε, τότε είχαμε τον στρατό στα πράγματα, τότε είχαμε εξορίες, φυλακίσεις, περιορισμούς κλπ». Ναι σωστά, τότε είχαμε όλα αυτά και άλλα τόσα. Να το ξαναπούμε λοιπόν, τέτοια χούντα δεν έχουμε. Δεν υπήρχε περίπτωση να έχουμε τέτοια χούντα, το 2013.

Στρατιωτική χούντα όπως αυτή της περιόδου 1967- 1974, δεν έχουμε. Έχουμε όμως μια άλλη Χούντα. Ιδιότυπη, συγκαλυμμένη και εκλεγμένη. Πως προκύπτει Χούντα, εν μέσω «Δημοκρατίας»; Από τα εξής γεγονότα.


Η ενημέρωση του λαού, δεν γίνεται από ένα κρατικό κανάλι και 5 εφημερίδες ελεγχόμενες από την λογοκρισία. Η ενημέρωση γίνεται από πολλά κανάλια και πολλές εφημερίδες. Κινείται όμως μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο, με αυστηρά όρια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αρκετά επιτρέπονται. Όποιος βγει από αυτό, συνήθως «τρώγεται», με αριστοτεχνικές μεθόδους. Αυτό το πλαίσιο επιτρέπει να βυσσοδομείς κατά των αναλώσιμων πρωθυπουργών, βουλευτών, υπουργών, αλλά απαγορεύεται ρητά και κατηγορηματικά, να σχολιάσεις πράξεις εκδοτών, μεγαλοεπιχειρηματιών, καναλαρχών, κρατικοδίαιτων συμφερόντων. Πόσο μάλλον να αποκαλύψεις θέματα σχετικά με την διαπλοκή κράτους- επιχειρήσεων. Εκτός αυτού η life style αντίληψη της πολιτικής, η παραπολιτική ματιά και η προσωποκεντρική οπτική των θεμάτων περιορίζει το εύρος των πληροφοριών και συσκοτίζει την επικαιρότητα. Επιπλέον οι άνθρωποι που παρελαύνουν από τα μικρόφωνα τηλεοράσεων και ραδιοφώνων, δεν είναι περισσότεροι από 100- 150, αναμασώντας απόψεις του ίδιου ιδεολογικού προσανατολισμού, από έναν πληθυσμό 11 εκατομμυρίων. Προπαγάνδα χουντικής αντίληψης, σε αμπαλάζ «πολυφωνίας»!

Η συνάθροιση του λαού, για θέματα διεκδικήσεων, είναι τυπικώς ελεύθερη, αν και παρακολουθούμε την αγωνιώδη προσπάθεια της «δημοκρατίας», νε την περιορίσει, σε μια λωρίδα, σε μια πλατεία, σε μια μέρα, με επιχειρήματα του τύπου, «διαδηλώνουν μειοψηφίες». Παρά την φιλότιμη προσπάθειά τους, οι συγκεντρώσεις διεξάγονται ακόμη. Αλλά δεν διεξάγονται κανονικά. Πόσες από τις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις των τελευταίων ετών, ολοκληρώθηκαν ομαλά και έστειλαν το μήνυμα που ήθελαν οι διαδηλωτές να σταλεί. Ελάχιστες. Εκτός αυτού, η αδιαφορία της εξουσίας για την «λαϊκή οργή», η προκλητική αγνόηση των χιλιάδων διαμαρτυρόμενων, οδηγεί σε νέκρωση έναν βασικό κανόνα δημοκρατίας, που λέει: Οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, αφουγκράζονται τις διαθέσεις του λαού και με κάποιο τρόπο ισορροπούν τις αποφάσεις τους, ώστε να εκτονώνεται το βαρύ κλίμα. Αυτό στην «ελληνική δημοκρατία», της κρίσης δεν γίνεται. Ο λαός διαδηλώνει, διαμαρτύρεται και οι κυβερνήσεις συνεχίζουν απτόητες το έργο τους, αγνοώντας τις λαϊκές διαθέσεις.
 
Οι νυχτερινές επισκέψεις στις Σκουριές και στην Κερατέα, αστυνομικών δυνάμεων, σπάζοντας πόρτες, δεν συνιστούν στοιχείο δημοκρατικής διαδικασίας. Οι αύξηση της κρατικής καταστολής και αυθαιρεσίας οργάνων της τάξης, με μπουνιές κλωτσιές κατά πολιτών, με τόνους χημικών, με ανελέητο κυνηγητό, δεν είναι δημοκρατία. Οι προληπτικές προσαγωγές, με αστείες αφορμές, δεν είναι δημοκρατία. τα βασανιστήρια στην ΓΑΔΑ, οι μηχανισμοί παρακολούθησης κατά δημοσιογράφων και πολιτικών αντιπάλων, οι στημένες επιθέσεις λάσπης, δεν είναι δημοκρατία. όταν παραβιάζονται άρθρα του Συντάγματος, όχι με ραδιοφωνικά ανακοινωθέντα, αλλά με τροπολογίες και πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου ή ακόμα και δια της διολισθήσεως… Η ανεργία δεν είναι Δημοκρατία. Ούτε η έλλειψη υγείας και παιδείας. Η ανασφάλεια, η αγωνία για την καθημερινότητα δεν είναι δημοκρατία. οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι, οι προσλήψεις μέσω μη κυβερνητικών εταιρειών δεν είναι δημοκρατία.


Όλα τα παραπάνω είναι Χούντα. Κυρίως και επειδή συμβαίνουν σε καθεστώς που φέρει τον τίτλο δημοκρατία, κυρίως και επειδή συμβαίνουν το έτος 2013. Επειδή οι κοινωνίες, σύμφωνα με όσα μας λένε, έχουν καταφέρει στον 21ο αιώνα, να διεκπεραιώνουν αλλιώς τις διαφορές τους και επειδή το κράτος υπάρχει για να εγγυάται ελευθερίες, δικαιώματα, κατακτήσεις.

Η δημοκρατία πρέπει και οφείλει να είναι καθαρή δημοκρατία, σωστή δημοκρατία, τυπική δημοκρατία. Στην δικτατορία είναι δεδομένο ότι θα μπουκάρουν στο σπίτι σου τη νύχτα, στη δημοκρατία είναι ανεπίτρεπτο. Στη δικτατορία απαγορεύονται οι διαφορετικές και μειοψηφούσες φωνές, στη δημοκρατία επιβάλλονται.


Η δημοκρατία, δεν μπορεί να είναι ολίγον έγκυος. Ή είναι δημοκρατία, ή δεν είναι.

ΥΓ1. Εννοείται δεν τρέφω αυταπάτες, για την αστική δημοκρατία. Δεν πιστεύω πως είναι το πολίτευμα που εξασφαλίζει ελευθερία για όλους. Το αντίθετο, πιστεύω πως είναι το πολίτευμα που εξασφαλίζει ελευθερίες για τους λίγους και ψευδαίσθηση ελευθερίας για τους πολλούς. Το θέμα και το νόημα του παραπάνω πονήματος, είναι ότι στην Ευρώπη του 2013, ο άρρωστος καπιταλισμός δεν μπορεί πια να προσφέρει τις μέτριες υπηρεσίες που πρόσφερε κάποτε.

ΥΓ2. Επίσης εννοείται, ότι δεν το έχουν σε τίποτα, όταν κριθεί απαραίτητο, να γίνει το πέρασμα, από την «Δημοκρατική Χούντα», στην αυθεντική. Το κουμπί υπάρχει. Είναι θέμα χρόνου και συνθηκών να το γυρίσει κάποιος.

ΥΓ3. Όπως και να έχει, ο στόχος παραμένει. Μια πραγματική, λαϊκή ουσιαστική Δημοκρατία, των ανθρώπων και των ουσιαστικών αξιών, με ελευθερία, ίσες ευκαιρίες και δικαιοσύνη.

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Γιατί Σοσιαλισμός ; (Albert Einstein, 1949)




Τον Μάϊο του 1949 δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της αμερικάνικης επιθεώρησης Monthly Review το κείμενο του Einstein με τίτλο ” Why Socialism? “. Στο κείμενο αυτό ο Einstein εκθέτει απλά και με σαφήνεια την άποψή του για την αναγκαιότητα μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Είναι συνετό, για κάποιον που δεν είναι ειδικός σε οικονομικά και κοινωνικά θέματα, να εκφράζει απόψεις στο ζήτημα του σοσιαλισμού; Πιστεύω πως είναι, για αρκετούς λόγους.

Ας εξετάσουμε πρώτ’ απ’ όλα το ερώτημα αυτό κάτω από το πρίσμα της επιστημονικής γνώσης. Σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές μεθοδολογικές διαφορές μεταξύ της αστρονομίας και των οικονομικών: οι επιστήμονες και στους δυο τομείς προσπαθούν να ανακαλύψουν νόμους ευρείας αποδοχής για ορισμένες ομάδες φαινομένων, προκειμένου να καταστήσουν την αλληλεπίδραση αυτών των φαινομένων όσο γίνεται πιό κατανοητή. Αλλά στην πραγματικότητα, τέτοιες μεθοδολογικές διαφορές υπάρχουν. Η ανακάλυψη γενικών νόμων στο πεδίο των οικονομικών καθίσταται δύσκολη από το γεγονός ότι τα παρατηρούμενα οικονομικά φαινόμενα επηρεάζονται συχνά από πολλούς παράγοντες, που είναι πολύ δύσκολο κανείς να αξιολογήσει ξεχωριστά. Επιπρόσθετα, η εμπειρία που έχει συσσωρευθεί από την αρχή της, λεγόμενης και, πολιτισμένης περιόδου της ανθρώπινης ιστορίας έχει, όπως είναι ευρέως γνωστό, επηρεαστεί και περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό από αιτίες, οι οποίες δεν είναι σε καμία περίπτωση αυστηρά οικονομικής φύσης. Για παράδειγμα, τα περισσότερα κυρίαρχα κράτη στην ιστορία όφειλαν την ύπαρξή τους στις κατακτήσεις. Οι λαοί-κατακτητές εδραίωναν τους εαυτούς τους, νομοθετικά και οικονομικά, ως την προνομιούχα τάξη στην κατακτημένη χώρα. Άρπαζαν για τους εαυτούς τους το μονοπώλιο της ιδιοκτησίας της γης και όριζαν ιερατεία αποτελούμενα από άτομα της δικής τους τάξης. Οι ιερείς, οι οποίοι είχαν την εκπαίδευση στον έλεγχό τους, μετέτρεψαν τον ταξικό αυτό διαχωρισμό της κοινωνίας σε ένα μόνιμο θεσμό και κατασκεύασαν ένα σύστημα αξιών με βάση το οποίο οι άνθρωποι, από τότε και στο εξής και σε ένα βαθμό ασυνείδητα, καθοδηγούνταν στην κοινωνική τους συμπεριφορά.

Αλλά, η ιστορική παράδοση ανήκει, για να το πω απλά, στο χθες. Πουθενά, δεν έχουμε πραγματικά ξεπεράσει αυτό που ο Thorstein Veblen αποκαλούσε «η ληστρική φάση» της ανθρώπινης ανάπτυξης. Τα παρατηρούμενα οικονομικά γεγονότα ανήκουν σε αυτή τη φάση και ακόμα και οι νόμοι που μπορούμε να εξάγουμε από αυτά δεν είναι εφαρμόσιμοι σε καμία άλλη φάση. Εφ’ όσον ο πραγματικός σκοπός του σοσιαλισμού είναι να ξεπεράσει και να προχωρήσει παραπέρα τη ληστρική φάση της ανθρώπινης ανάπτυξης, η οικονομική επιστήμη στην παρούσα κατάστασή της μπορεί μόνο να ρίξει ένα πολύ ασήμαντο φως στη σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος.

Δεύτερον, ο τελικός σκοπός του σοσιαλισμού είναι τόσο κοινωνικός όσο και ηθικός. Η επιστήμη, όμως, δεν μπορεί να δημιουργήσει σκοπούς και, ακόμα χειρότερα, να τους εμφυσήσει στους ανθρώπους. Το καλύτερο που μπορεί να πετύχει η επιστήμη είναι να παρέχει τα μέσα για την επίτευξη ορισμένων σκοπών. Αλλά οι σκοποί, αυτοί καθαυτοί, γεννιούνται από ανθρώπους με υψηλά ηθικά ιδανικά. Αν οι σκοποί αυτοί δεν είναι θνησιγενείς, αλλά ζωτικής σημασίας και ισχυροί, υιοθετούνται και αναπτύσσονται από πολλούς ανθρώπους οι οποίοι, εν μέρει υποσυνείδητα, καθορίζουν την αργή εξέλιξη της κοινωνίας.

Γι’ αυτούς τους λόγους, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί και να μην υπερεκτιμούμε την επιστήμη και τις επιστημονικές μεθόδους, όταν το ερώτημα που τίθεται αφορά ανθρώπινα προβλήματα. Επίσης, δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο ότι οι ειδικοί είναι και οι μόνοι που έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται πάνω σε ζητήματα οργάνωσης της κοινωνίας.

Εδώ και αρκετό καιρό, ακούγονται πολλές φωνές που υποστηρίζουν ότι η ανθρώπινη κοινωνία βρίσκεται σε κρίση, ότι η σταθερότητά της έχει κλονιστεί σοβαρά. Είναι χαρακτηριστικό αυτής της κατάστασης, ότι τα άτομα νοιώθουν αδιάφορα ή ακόμα και εχθρικά απέναντι στο σύνολο, μικρό ή μεγάλο, στο οποίο ανήκουν. Για να δείξω τί εννοώ, επιτρέψτε μου να παραθέσω εδώ μια προσωπική εμπειρία. Πρόσφατα, συζητώντας με έναν έξυπνο και αξιόπιστο άνθρωπο, σχετικά με την απειλή ενός ακόμα πολέμου, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την ύπαρξη της ανθρωπότητας, παρατήρησα ότι μόνο ένας υπερεθνικός οργανισμός θα μπορούσε να μας προφυλάξει από τον κίνδυνο αυτό. Πάνω σ’ αυτό, ο συνομιλητής μου, πολύ ήρεμα και ψυχρά, μου είπε: «Μα γιατί εναντιώνεστε τόσο πολύ στην εξαφάνιση της ανθρώπινης φυλής;»

Είμαι βέβαιος ότι, μόλις έναν αιώνα πριν, κανείς δε θα έκανε μια τέτοια δήλωση με τόση ευκολία. Πρόκειται για τη δήλωση ενός ανθρώπου, ο οποίος έχει προσπαθήσει μάταια να ισορροπήσει μέσα του και έχει πρακτικά χάσει την ελπίδα να το καταφέρει. Είναι η έκφραση μιάς οδυνηρής μοναξιάς και απομόνωσης απ΄την οποία τόσοι πολλοί άνθρωποι υποφέρουν στις μέρες μας. Ποια είναι όμως η αιτία; Και υπάρχει διέξοδος;

Είναι εύκολο να θέτει κανείς τέτοια ερωτήματα, αλλά δύσκολο να τα απαντήσει με ασφάλεια. Πρέπει να προσπαθήσω, όμως, όσο καλύτερα μπορώ, αν και γνωρίζω καλά το γεγονός ότι τα συναισθήματα πολλές φορές επισκιάζουν και αντιτίθενται στις επιδιώξεις μας, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορούν να εκφραστούν με απλές και εύκολες εξισώσεις.

Ο άνθρωπος είναι, ταυτόχρονα, μοναχικό και κοινωνικό όν. Ως μοναχικό ον προσπαθεί να προστατέψει τη δική του ύπαρξη καθώς και την ύπαρξη των οικείων του, να ικανοποιήσει τις προσωπικές του επιθυμίες και ν’ αναπτύξει τις έμφυτες ικανότητές του. Ως κοινωνικό ον επιδιώκει να κερδίσει την αναγνώριση και τη στοργή των συνανθρώπων του, να μοιραστεί τις χαρές τους, να τους παρηγορήσει στις λύπες τους, και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσής τους. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του ανθρώπου οφείλεται στην ύπαρξη αυτών των ποικίλων, συχνά αντιφατικών, επιδιώξεων, ενώ ο συνδυασμός τους καθορίζει το βαθμό στον οποίο το άτομο μπορεί να επιτύχει μια εσωτερική ισορροπία και να συνεισφέρει στην ευημερία της κοινωνίας. Είναι πολύ πιθανό ότι η σχετική αλληλεπίδραση αυτών των δύο δυνάμεων καθορίζεται, κυρίως, από την κληρονομικότητα. Αλλά η προσωπικότητα που τελικά προκύπτει, διαμορφώνεται κυρίως από το περιβάλλον στο οποίο ένας άνθρωπος τυχαίνει να βρίσκεται κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής του, από τη δομή της κοινωνίας στην οποία μεγαλώνει, από τις παραδόσεις της κοινωνίας αυτής, καθώς και από τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αξιολογεί τις διαφορετικές συμπεριφορές. Η αφηρημένη έννοια της «κοινωνίας» είναι για το ανθρώπινο ον, ως άτομο, το σύνολο των άμεσων και έμμεσων σχέσεών του με τους συνανθρώπους του, καθώς και με όλες τις προηγούμενες γενιές. Το άτομο είναι ικανό να σκέφτεται, να νοιώθει, να παλεύει και να εργάζεται για τον εαυτό του, αλλά εξαρτάται τόσο από την κοινωνία, στη φυσική, διανοητική και συναισθηματική του ύπαρξη, που είναι αδύνατο να διανοηθεί ή να κατανοήσει τον εαυτό του έξω από το πλαίσιο της κοινωνίας. Είναι η «κοινωνία», η οποία παρέχει στο άτομο φαγητό, ρουχισμό, σπίτι, τα εργαλεία της δουλειάς του, τη γλώσσα, τους τρόπους σκέψης καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των σκέψεών του. Η ζωή του είναι δυνατή χάρις στην εργασία και τα επιτεύγματα πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων στο παρελθόν και το παρόν, όλων αυτών που κρύβονται πίσω από τη λέξη «κοινωνία».

Επομένως, είναι προφανές ότι η εξάρτηση του ατόμου από την κοινωνία είναι ένα φυσικό γεγονός που δεν μπορεί να ακυρωθεί, ακριβώς όπως στην περίπτωση των μυρμηγκιών και των μελισσών. Παρόλ’ αυτά, ενώ ολόκληρη η ζωή των μυρμηγκιών και των μελισσών είναι καθορισμένη ακόμα και στις μικρότερες λεπτομέρειες από άκαμπτα, κληρονομικά ένστικτα, τα κοινωνικά μοτίβα και η αλληλεξάρτηση των ανθρώπων ποικίλλουν και μεταβάλλονται αρκετά. Η μνήμη, η ικανότητα να κάνει κανείς νέους συνδυασμούς, το δώρο της προφορικής επικοινωνίας, έχουν καταστήσει εφικτές εξελίξεις μεταξύ των ανθρώπων, οι οποίες δεν υπαγορεύονται από βιολογικές ανάγκες. Τέτοιες εξελίξεις είναι εμφανείς σε παραδόσεις, ιδρύματα και οργανισμούς, στη λογοτεχνία, σε επιστημονικά και μηχανικά επιτεύγματα, σε έργα τέχνης. Αυτό εξηγεί πώς συμβαίνει ότι, κατά κάποιο τρόπο, ο άνθρωπος μπορεί να επηρεάσει την ίδια του τη ζωή μέσα από τη συμπεριφορά του, καθώς και ότι σε αυτή τη διαδικασία παίζουν ρόλο η συνειδητή σκέψη και επιθυμία.

Ο άνθρωπος αποκτά, κατά τη γέννησή του και μέσω κληρονομικότητας, βιολογική σύσταση, που πρέπει να θεωρείται καθορισμένη και αμετάβλητη και η οποία περιλαμβάνει εκείνες τις φυσικές επιδιώξεις που είναι χαρακτηριστικές του ανθρώπινου είδους. Επιπρόσθετα, κατά τη διάρκεια της ζωής του, αποκτά μια πολιτισμική συγκρότηση, την οποία και υιοθετεί από την κοινωνία μέσω της επικοινωνίας καθώς και από άλλες επιρροές. Είναι αυτή η πολιτισμική συγκρότηση, η οποία με το πέρασμα του χρόνου, υπόκειται σε αλλαγή και καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, τη σχέση μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας. Η σύγχρονη ανθρωπολογία μάς έχει διδάξει, μέσα από τη συγκριτική μελέτη των -αποκαλούμενων και- πρωτόγονων πολιτισμών, ότι η κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων μπορεί να διαφέρει σημαντικά, ανάλογα με τα πολιτισμικά πρότυπα και τα είδη οργάνωσης που επικρατούν στην κοινωνία. Σε αυτό ακριβώς βασίζουν τις ελπίδες τους όσοι επιδιώκουν να καλυτερεύσουν την τύχη του ανθρώπου: Οι άνθρωποι δεν είναι καταδικασμένοι, λόγω της βιολογικής τους συγκρότησης, να αλληλοεξοντώνονται ή να παραδίδονται στο έλεος μιας σκληρής και αναπόφευκτης μοίρας.

Αν αναρωτηθούμε πώς πρέπει να αλλάξουμε τη διάρθρωση της ανθρώπινης κοινωνίας και του πολιτισμού, προκειμένου να κάνουμε την ανθρώπινη ζωή όσο πιο ευχάριστη γίνεται, θα πρέπει συνεχώς να έχουμε στο μυαλό μας ότι υπάρχουν ορισμένες συνθήκες τις οποίες δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Όπως αναφέραμε και πριν, η βιολογική φύση του ανθρώπου δεν υπόκειται σε αλλαγή, τουλάχιστον για όλους τους πρακτικούς σκοπούς. Επιπρόσθετα, η τεχνολογική και δημογραφική ανάπτυξη των τελευταίων αιώνων έχει δημιουργήσει συνθήκες που έχουν εδραιωθεί βαθιά. Σε σχετικά πυκνοκατοικημένες περιοχές, για την παραγωγή των αναγκαίων για τη ζωή αγαθών, απαιτούνται απαραίτητα καταμερισμός της εργασίας και ευρέως κεντρικοποιημένα μέσα παραγωγής. Η εποχή κατά την οποία άτομα ή σχετικά μικρές ομάδες μπορούσαν να έχουν πλήρη επάρκεια, έχει χαθεί για πάντα. Θα είναι απλώς μιά μικρή υπερβολή το να πούμε πως η ανθρωπότητα σήμερα αποτελεί μια παγκοσμιοποιημένη κοινότητα παραγωγής και κατανάλωσης.

Έχω φτάσει πλέον στο σημείο, όπου μπορώ να προσδιορίσω σύντομα τί αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, την ουσία της σημερινής κρίσης. Αφορά τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία. Το άτομο έχει συνειδητοποιήσει,  πιό πολύ από ποτέ, την εξάρτησή του από την κοινωνία. Όμως, δεν εκλαμβάνει την εξάρτηση αυτή ως θετικό στοιχείο, ως ένα οργανικό δεσμό, ως μια προστατευτική δύναμη, αλλά περισσότερο ως μια απειλή κατά των φυσικών του δικαιωμάτων, ή ακόμα και κατά της ίδιας της οικονομικής του ύπαρξης. Επιπλέον, η θέση του στην κοινωνία είναι τέτοια που οι εγωιστικές του επιδιώξεις επιτείνονται συνεχώς, ενώ οι κοινωνικές του επιδιώξεις, οι οποίες είναι και απο τη φύση τους πιο ασθενείς, σταδιακά χειροτερεύουν. Όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα της θέσης τους στην κοινωνία, υποφέρουν από τη διαδικασία αυτή. Αιχμάλωτοι του ίδιου τους του εγωισμού, χωρίς μάλιστα οι ίδιοι να το αντιλαμβάνονται, νοιώθουν ανασφαλείς, μοναχικοί και στερημένοι από την απλή, αθώα και χωρίς πολλές σκέψεις απόλαυση της ζωής. Ο άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή, την τόσο σύντομη και γεμάτη κινδύνους, μόνο αφιερώνοντας τον εαυτό του στην κοινωνία.

Η πραγματική πηγή του κακού είναι, κατά τη γνώμη μου, η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως τη βιώνουμε σήμερα. Έχουμε μπροστά μας ένα τεράστιο σύνολο παραγωγών που ακατάπαυστα  πασχίζουν να στερήσει ο ένας από τον άλλο τους καρπούς της συλλογικής τους εργασίας – όχι με τη βία, αλλά με την πιστή συμμόρφωση σε ένα σύστημα νομικών κανόνων. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι τα μέσα παραγωγής – δηλαδή το σύνολο των παραγωγικών δυνάμεων που είναι απαραίτητες για την παραγωγή καταναλωτικών και άλλων απαραίτητων αγαθών – μπορεί νομικώς να είναι, και το μεγαλύτερο μέρος είναι, ατομική ιδιωτική περιουσία.

Για λόγους απλότητας, θα αποκαλώ στη συνέχεια «εργάτες» όλους εκείνους που δεν έχουν στην κατοχή τους μέσα παραγωγής – αν και αυτό δεν αντιστοιχεί πλήρως στη συνηθισμένη χρήση του όρου-. Ο ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής (ΣΤΜ: στη συνέχεια θα αποκαλείται «καπιταλιστής», θα μπορούσαμε επίσης να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη «κεφαλαιοκράτης») είναι σε θέση να αγοράζει την εργατική δύναμη από τον εργάτη. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής, ο εργάτης παράγει νέα εμπορεύματα που γίνονται ιδιοκτησία του καπιταλιστή. Το βασικό σημείο σε αυτή τη διαδικασία είναι η σχέση μεταξύ των προϊόντων που ο εργάτης παράγει και της αμοιβής του, και τα δύο μετρήσιμα σε όρους πραγματικής αξίας. Όσο η σύμβαση εργασίας είναι «ελεύθερη», αυτό που ο εργάτης λαμβάνει δεν καθορίζεται από την πραγματική αξία των προϊόντων που παράγει, αλλά από τις ελάχιστες ανάγκες του καθώς και από τις ανάγκες των καπιταλιστών σε εργατική δύναμη σε σχέση με τον αριθμό των εργατών, που συναγωνίζονται για τις θέσεις εργασίας (ΣΤΜ: προσφορά και ζήτηση εργατικής δυναμης). Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι, ακόμα και στη θεωρία, η αμοιβή του εργάτη δεν καθορίζεται από την αξία του προϊόντος που παράγει.

Το ιδιωτικό κεφάλαιο τείνει να συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια, εν μέρει εξαιτίας του ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστών και εν μέρει επειδή η τεχνολογική ανάπτυξη και ο εντεινόμενος καταμερισμός της εργασίας ενθαρρύνουν το σχηματισμό μεγαλύτερων παραγωγικών μονάδων σε βάρος των μικρότερων. Το αποτέλεσμα της ανάπτυξης αυτής είναι μια ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου, η τεράστια δύναμη της οποίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά ακόμα και στα πλαίσια μιας δημοκρατικά πολιτικά οργανωμένης κοινωνίας. Αυτό συμβαίνει, γιατί τα μέλη των νομοθετικών οργάνων επιλέγονται από πολιτικά κόμματα, τα οποία σε μεγάλο βαθμό χρηματοδοτούνται ή επηρεάζονται με άλλους τρόπους από τους ιδιώτες καπιταλιστές, οι οποίοι διαχωρίζουν, για πολύ πρακτικούς λόγους, το εκλογικό σώμα από τους νομοθέτες. Το αποτέλεσμα είναι οι αντιπρόσωποι του λαού να μην υπερασπίζονται ικανοποιητικά τα συμφέροντα των λιγότερο  προνομιούχων ομάδων του πληθυσμού. Επιπρόσθετα, κάτω από τις υπάρχουσες συνθήκες, οι ιδιώτες καπιταλιστές αναπόφευκτα ελέγχουν, άμεσα ή έμμεσα, τις κύριες πηγές πληροφόρησης (τύπο, ραδιόφωνο, εκπαίδευση). Για το λόγο αυτό, είναι εξαιρετικά δύσκολο και στις περισσότερες περιπτώσεις απλώς αδύνατο ένας πολίτης να μπορεί να εξάγει αντικειμενικά συμπεράσματα και να ασκεί με έξυπνο τρόπο τα πολιτικά του δικαιώματα.

Επομένως, η κατάσταση που επικρατεί σε μία οικονομία που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία του κεφαλαίου χαρακτηρίζεται από δύο κύριες αρχές: πρώτον, τα μέσα παραγωγής (κεφάλαιο) αποτελούν ατομική ιδιοκτησία και οι ιδιοκτήτες τους τα διαχειρίζονται κατά την κρίση τους και δεύτερον, η σύμβαση εργασίας είναι ελεύθερη. Φυσικά, δεν υπάρχει μιά αμιγώς καπιταλιστική κοινωνία, με αυτήν την έννοια. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι εργάτες, μέσα από μακρόχρονη και σκληρή πολιτική πάλη, έχουν πετύχει να διασφαλίσουν μια κάπως βελτιωμένη μορφή της «ελεύθερης εργασιακής σύμβασης» για κάποιες κατηγορίες εργατών. Αλλά στο σύνολό της η σημερινή οικονομία δε διαφέρει πολύ από τον «καθαρό» καπιταλισμό.

Η παραγωγή πραγματοποιείται για το κέρδος και όχι για το όφελος. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι, όλοι όσοι είναι ικανοί και πρόθυμοι να εργαστούν, θα μπορούν πάντοτε να βρουν μια δουλειά. Σχεδόν πάντα υπάρχει μια «στρατιά ανέργων». Ο εργάτης φοβάται συνεχώς ότι μπορεί να χάσει τη δουλειά του. Καθώς οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι εργάτες δεν αποτελούν μια κερδοφόρα αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών υποχρεωτικά περιορίζεται, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες. Η τεχνολογική πρόοδος συχνά οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας αντί για τη διευκόλυνση της εργασίας για όλους. Το κίνητρο του κέρδους, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστών, ευθύνεται για την αστάθεια στη συσσώρευση και χρησιμοποίηση του κεφαλαίου, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε όλο και χειρότερες καταστάσεις ύφεσης. Ο χωρίς όρια ανταγωνισμός οδηγεί σε μια τεράστια απώλεια εργασίας, ακρωτηριάζοντας έτσι την κοινωνική συνείδηση των ατόμων, όπως ανέφερα και νωρίτερα.

Θεωρώ αυτόν τον ακρωτηριασμό των ατόμων το μεγαλύτερο κακό του καπιταλισμού. Το σύνολο του εκπαιδευτικού μας συστήματος υποφέρει από αυτό το κακό. Μια υπέρμετρα ανταγωνιστική στάση εμφυτεύεται στους μαθητές, οι οποίοι εκπαιδεύονται  να λατρεύουν την άπληστη επιτυχία ως προετοιμασία για τη μελλοντική τους καριέρα.

Είμαι πεπεισμένος ότι μόνο ένας δρόμος υπάρχει για να εξαλειφθεί όλο αυτό το θανατηφόρο κακό, κι αυτός δεν είναι άλλος από την εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής οικονομίας, μ’ ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο θα είναι προσανατολισμένο προς την επίτευξη κοινωνικών στόχων. Σε μια τέτοια οικονομία, η ίδια η κοινωνία κατέχει τα μέσα παραγωγής και τα διαχειρίζεται με βάση το σχεδιασμό. Μια σχεδιασμένη οικονομία, η οποία θα προσαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινωνίας, θα κατανέμει την εργασία που πρέπει να γίνει σε αυτούς που είναι ικανοί να εργαστούν και θα εγγυάται τα προς το ζην σε κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί. Η παιδεία, εκτός από την ανάπτυξη των έμφυτων ικανοτήτων του κάθε ατόμου, θα προσπαθεί να αναπτύξει την έννοια της ευθύνης για το συνάνθρωπο, στη θέση της εξύμνησης της εξουσίας και της επιτυχίας, όπως γίνεται στη σημερινή κοινωνία.

Ωστόσο, είναι απαραίτητο να θυμόμαστε ότι μια σχεδιασμένη οικονομία δεν είναι ακόμα σοσιαλισμός. Η σχεδιασμένη κοινωνία, αυτή καθεαυτή, μπορεί να συνοδεύεται από την πλήρη υποδούλωση της προσωπικότητας. Η επίτευξη του σοσιαλισμού προϋποθέτει την επίλυση ορισμένων εξαιρετικά δύσκολων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων: για παράδειγμα, πώς είναι δυνατόν, λαμβάνοντας υπόψη την εκτεταμένη συγκέντρωση της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, να αποτραπεί η γραφειοκρατία απ΄ το να γίνει παντοδύναμη και υπερφίαλη; Πώς μπορούν να προστατευτούν τα ατομικά δικαιώματα και ταυτόχρονα να  υπάρχει εγγύηση ενός δημοκρατικού αντίβαρου στην εξουσία της γραφειοκρατίας;

Η σαφήνεια σχετικά με τους στόχους και τα προβλήματα του σοσιαλισμού είναι εξαιρετικά σημαντική σ’ αυτή τη μεταβατική εποχή. Δεδομένου ότι στις σημερινές συνθήκες, η ελεύθερη και ανεμπόδιστη συζήτηση αυτών των προβλημάτων είναι πρακτικά υπό απαγόρευση, θεωρώ ότι η έκδοση του περιοδικού αυτού (ΣΤΜ: “Monthly Review) αποτελεί μια σημαντική υπηρεσία προς την κοινωνία.

Albert Einstein

Πρώτη έκδοση: Monthly Review, May 1949

Μετάφραση στα ελληνικά: Ευρυτάνας Ταξιδιώτης, Μάρτης 2012

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Το Κατοχικό δάνειο



Κατά την διάρκεια της γερμανικής Κατοχής εκτός από την κάλυψη των δαπανών για τη διαβίωση των γερμανικών στρατευμάτων, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να δώσει στους Γερμανούς ένα σημαντικό ποσό ως δάνειο, μέρος του οποίου χρησιμοποιήθηκε και για τον πόλεμο στη Βόρεια Αφρική.

Ο Ξενοφών Ζολώτας είχε αποκαλύψει (Ο απόρρητος φάκελος του δανείου, «Το Βήμα», 2 Ιουνίου 1991) ότι «ακόμα και ο ίδιος ο Χίτλερ όχι μόνο είχε αναγνωρίσει τα δάνεια του Γ' Ράιχ από την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά είχε δώσει εντολή και είχε αρχίσει η διαδικασία εξόφλησής τους».

Η Ελλάδα από τη λήξη του Πολέμου δεν έπαυσε να «υπενθυμίζει» στη Γερμανία την εκκρεμότητα του κατοχικού δανείου. Το 1964 συγκροτήθηκε και επιτροπή νομικών, η οποία αποφάνθηκε ότι τα κατοχικά δάνεια αποτελούν συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας, άσχετη με τις επανορθώσεις και αποζημιώσεις.

Ακόμη και επί Κατοχής ο πληρεξούσιος του Ράιχ στην Ελλάδα Αλντερπουργκ, με γραπτό υπόμνημά του στο γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών, τον Ιούλιο 1964, είχε αναφέρει ότι η οφειλή της Γερμανίας στην Ελλάδα από το δάνειο ανερχόταν σε 200 εκατ. χρυσά μάρκα, δηλαδή σε 400 εκατ. σταθερά μεταπολεμικά μάρκα. 



Η πρώτη επίσημη ανακίνηση του θέματος του δανείου έγινε το 1964, με εντολή της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, από τον καθηγητή Αγγελο Αγγελόπουλο σε φορολογικό συνέδριο στο Αμβούργο. Ο διευθυντής του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών Ράινχαρτ του απάντησε ότι το 1958 η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε παραιτηθεί από τις αξιώσεις για το κατοχικό δάνειο με αντάλλαγμα γερμανικό δάνειο 200 εκατ. μάρκων!

Ο Ράινχαρτ επιβεβαίωσε αυτή την εκδοχή με επιστολή στον Γεώργιο Παπανδρέου, η οποία κατέληγε: «Υπό τας προϋποθέσεις αυτάς δεν πιστεύω ότι η ελληνική κυβέρνησις, επικαλούμενη τη συμφωνία της Ρώμης θα ηδύνατο να επιτύχει τις αξιώσεις της. Θα ήτο, επομένως, προτιμότερον να μη επανέλθει επί της υποθέσεως».

Ο Αγγελόπουλος ερεύνησε το θέμα στους εμπιστευτικούς φακέλους των συνομιλιών Αντενάουερ - Καραμανλή. Δεν υπήρχε αναφορά σε παραίτηση Καραμανλή. Οι Γερμανοί απάντησαν ότι ήταν προφορική!

Δώδεκα φορές οι κυβερνήσεις ανακίνησαν το θέμα του κατοχικού δανείου μετά την ενοποίηση της Γερμανίας. Τελευταία φορά, το 2001, η κυβέρνηση Σημίτη συγκρότησε επιτροπή, η οποία συνέταξε υπόμνημα που επιδόθηκε στον καγκελάριο Σρέντερ. Ο αείμνηστος καθηγητής Γιώργος Παπαδημητρίου που μετείχε στην επιτροπή περιέγραψε την αντίδραση των Γερμανών: «Σαν να υψώθηκε μπροστά μας ένας γυάλινος πύργος - ξαφνικά πάγωσαν τα χαμόγελα των συνομιλητών μας, απέκλεισαν κάθε σχετική συζήτηση».

Το ξέχασαν

Το δάνειο υπεγράφη με όλους τους τύπους, η Ελλάδα πλήρωνε αναγκαστικά αλλά και οι Γερμανοί σύμφωνα με την πρόβλεψη άρχισαν να ξεπληρώνουν τις οφειλές τους. Υστερα βέβαια το χρέος... έπεσε στη λήθη της ιστορίας και το κατοχικό δάνειο ουδέποτε αποπληρώθηκε.

«Από το 1941 η Ελλάδα βίωνε έναν τρομακτικό λιμό. Ακόμα και ο διαβόητος υπουργός προπαγάνδας των ναζί ο Γκέμπελς έγραφε στο ημερολόγιό του για την Ελλάδα όπου «η πείνα έχει καταστεί ενδημική νόσος. Στους δρόμους της Αθήνας οι άνθρωποι πεθαίνουν κατά χιλιάδες από εξάντληση». Το Λονδίνο είχε κηρύξει την Ελλάδα σε επισιτιστική καραντίνα με στόχο να πλήξει την οικονομία του Αξονα, αλλά και να υποκινήσει στην Ελλάδα την αντίσταση. 



Ο υποσιτισμός απασχολούσε τους Γερμανούς στο μέτρο που αυτός μπορούσε να υποκινήσει λαϊκές αναταραχές. Παράλληλα και ο Μουσολίνι πίεζε τον Χίτλερ να μειώσει τις δαπάνες κατοχής στην Ελλάδα και η κυβέρνηση Τσολάκογλου διαμαρτυρόταν για τα υπέρογκα έξοδα κατοχής» σημειώνει ο κ. Τάσος Ηλιαδάκης, συγγραφέας αποκαλυπτικών έργων και βιβλίων για τα γεγονότα της εποχής.

Πότε υπεγράφη το δάνειο

Στις 14.3.1942 τερματίζεται η Συνδιάσκεψη της Ρώμης με την υπογραφή και του κατοχικού δανείου. Τη σύμβαση υπέγραψαν οι πληρεξούσιοι της Ιταλίας και της Γερμανίας στην Ελλάδα, αντίστοιχα Γκίτζι και Αλτενμπουργκ. Στους άμεσα ενδιαφερόμενους, στην Ελλάδα δηλαδή, η συμφωνία ανακοινώθηκε εννέα ημέρες μετά.

Σύμφωνα με αυτήν:

Η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται κατά μήνα να καταβάλλει έξοδα κατοχής 1,5 δισ. δρχ., ποσό το οποίο θα κατανέμεται εξίσου μεταξύ των δύο Δυνάμεων Κατοχής (άρθρο 2).

Οι αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος άνω του ποσού αυτού θα χρεώνονται ως δάνειο στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας σε δραχμές άτοκες (άρθρο 3).

Η επιστροφή των δανειακών αναλήψεων θα γίνει αργότερα (άρθρο 4).

Η συμφωνία ισχύει αναδρομικά από 1.1.1942 (άρθρο 5).

Η πρώτη τροποποίηση

«Ηταν συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας, που επιβάλλεται στην Ελλάδα. Δηλαδή είναι αναγκαστικό δάνειο. Υπόχρεος καταβολής του είναι η Ελληνική Κυβέρνηση και όχι η Τράπεζα της Ελλάδος . Επομένως ο νόμιμος διεκδικητής του είναι η ελληνική κυβέρνηση. Το ύψος των συνολικών αναλήψεων και πότε αυτές θα σταματήσουν δεν προσδιορίζονται. Οι αναλήψεις γίνονται κατά μήνα και δεν προσδιορίζεται ούτε το ύψος των άνω του 1,5 δισ. δρχ. ποσού ούτε το για πόσους μήνες θα έπαιρναν αυτά οι Αρχές Κατοχής» εξηγεί ο κ . Ηλιαδάκης. «Η χρέωση θα γίνεται σε δραχμές. Οι δραχμές όμως αυτές αντιστοιχούσαν σε εντελώς καθορισμένο ποσό μάρκων που ήδη είχαν απαιτήσει οι Γερμανοί από την ΤτΕ η οποία υποχρεώνεται ''όπως ρυθμίζει κατά τοιούτον τρόπον την επάρκειαν του χαρτονομίσματος εις δραχμάς ώστε να εξασφαλισθή μηνιαίως, διά τας ανάγκας του γερμανικού στρατού, ποσόν 25 εκ. μάρκων''. Επομένως η απαίτηση είναι σε μάρκα και το 1,5 δισ. δρχ. της συμφωνίας της Ρώμης δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα 25 εκ. μάρκα».

Ο αδηφάγος πληθωρισμός όμως εξανέμιζε το ποσό του 1,5 δισ. δρχ. και τελικά η συμφωνία από 2 Δεκεμβρίου 1942 θα τροποποιηθεί «κοινή συναινέσει». Ετσι το 1,5 δισ. δρχ. θα γίνει 8 δισ., τα οποία θα αναπροσαρμόζονται με κινητή τιμαριθμική κλίμακα από τα αγαθά που κατονομάζει. Επομένως τα άνω των 8 δισ. δρχ. ποσά, όπως αυτά προσδιορί­ζονται από την τροποποίηση, θα χρεώνονται ως δάνειο. Τα δανειακά ποσά που ήδη είχαν πάρει, όπως και αυτά που θα πάρουν μέχρι την 31.3.1943, θα αρχίσουν να εξοφλούνται από τον Απρίλιο του 1943 με δόσεις.

Συνεπώς το αρχικό αναγκαστικό δάνειο μεταπίπτει σε κανονικό συμβατικό δάνειο και τα ποσά είναι σε σταθερό νόμισμα. «Τα δανειακά ποσά σταματούν την 1.4.1943, οπότε αρχίζει η άτοκος επιστροφή τους. Επειδή οι δανειακές αναλήψεις δεν σταμάτησαν, αν και πραγματοποίησαν δέκα εννέα επιστροφές (19), οπότε και σταμάτησαν την καταβολή των υπολοίπων. Από τότε το δάνειο καθίσταται έντοκο λόγω υπερημερίας», υπογραμμίζει ο κ. Ηλιαδάκης για την περίοδο που οι ναζί πλήρωναν μεν τις δόσεις του χρέους τους, αλλά έπαιρναν αναγκαστικά όλο και περισσότερα.

Η επιστροφή των οφειλόμενων

Η Γερμανία αποφεύγει να κάτσει στο τραπέζι

Το αναγκαστικό δάνειο που κατέβαλε η Ελλάδα αποτελεί μια ξεχωριστή πτυχή εκτός από τις γενικές επανορθώσεις που διεκδικεί η χώρα μας, τη λεηλασία προσωπικών περιουσιών και την αποζημίωση για το ολοκαύτωμα χιλιάδων χωριών. Το δάνειο, δηλαδή, δεν αποτελεί ούτε επανόρθωση ούτε αποζημίωση.

«Πολύ ορθώς η Ελλάδα εξ αρχής και συνεχώς, διαχώριζε το κατοχικό δάνειο από τις επανορθώσεις-αποζημιώσεις και ως εκ τούτου η διεκδίκησή του δεν πρέπει να εμπλέκεται μ' αυτές», λέει ο κ. Ηλιαδάκης στο Εθνος.


Πόσο όμως είναι το ύψος του δανείου που θα έπρεπε να επιστραφεί σήμερα?

Διαβάζουμε:

Σε 510 δισ. ευρώ ανέρχεται το συνολικό ύψος της γερμανικής οφειλής προς την Ελλάδα, που ακόμα παραμένει ύστερα από εβδομήντα χρόνια ανεξόφλητη. 

Το ποσό αυτό, σύμφωνα με το δημοσίευμα του περιοδικού «Επίκαιρα», αφορά αποκλειστικά στις καταβολές που απαίτησαν και αναγκαστικά έλαβαν από το ελληνικό κρατικό ταμείο οι Γερμανοί κατακτητές την περίοδο της Κατοχής. 

Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, όταν η Γερμανία και από πίσω της η Ιταλία κατέλαβαν την Ελλάδα την άνοιξη του 1941, οι διεθνείς Συμβάσεις της Χάγης ήδη από το 1907 προνοούσαν την εκ μέρους του κατεχόμενου κράτους καταβολή εξόδων για τη διαβίωση και συντήρηση των κατοχικών στρατευμάτων. Αρχικά, ο Γερμανός και ο Ιταλός κατακτητής επέβαλαν αυθαίρετη μέθοδο πληρωμής αυτών των εξόδων με την κυκλοφορία των λεγόμενων «μάρκων κατοχής» και αντίστοιχα «μεσογειακών δραχμών» που, μάλιστα, τυπώνονταν κατά βούληση. 

Οι αρμόδιοι του ελληνικού κατοχικού κράτους αντέδρασαν από την ανεξέλεγκτη κυκλοφορία αυτού του χαρτονομίσματος, το οποίο η Τράπεζα της Ελλάδος ήταν υποχρεωμένη να το ανταλλάσσει με το επίσημο ελληνικό χαρτονόμισμα στους κομιστές. Και τελικά, τρεις μήνες αργότερα αποσύρθηκαν ολοκληρωτικά τα μάρκα κατοχής και οι μεσογειακές δραχμές, ώστε όλες οι συναλλαγές των κατακτητών με τους προμηθευτές τους και όλες οι άλλες δαπάνες τους στην Ελλάδα να γίνονται μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος.

Το ύψος των κατοχικών δανείων

Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, μετά την απελευθέρωση, ο αρμόδιος θεσμικός φορέας, η Τράπεζα της Ελλάδος, βάσει των σχετικών λογαριασμών που τηρούσε, προσδιόρισε το σύνολο των καταβολών που δόθηκαν από την αρχή στους κατακτητές σε όλο το διάστημα της Κατοχής.

Το συνολικό ποσό που αφορά στη Γερμανία ανέρχεται σε 1.617.781.093.648.819 δρχ, και στην Ιταλία σε 220.479.188.480 δρχ.

Μετά την αφαίρεση των κατά τα διεθνή νόμιμα εξόδων κατοχής, όπως αυτά συμφωνήθηκαν με τους κατακτητές, η μεν Γερμανία έλαβε πέραν αυτών ως προκαταβολές 1.530.033.302.528.819 δρχ, και η Ιταλία αντίστοιχα 157.053.637.000 δρχ.

Αυτά τα ποσά είναι τα λεγόμενα κατοχικά δάνεια, που θα έπρεπε- κατά τις Συμφωνίες του Μαρτίου του 1942 και του Δεκεμβρίου του 1942- να επιστραφούν με τη λήξη του πολέμου. 

Την άποψη ότι ο υπολογισμός του κατοχικού δανείου δεν είναι ορθός αν γίνει με τη βάση της χρυσής λίρας πρώτος υποστήριξε ο καθηγητής, Άγγελος Αγγελόπουλος, επιμένοντας ότι πιο ορθολογική και αντιπροσωπευτική είναι εκείνη του δολαρίου. 

Στην περίπτωση αυτή, πρόσθετε, κατά την εκτίμησή του το κεφάλαιο οριζόταν για τη Γερμανία σε 151 εκατ. δολάρια και μέχρι το 1964 θα έπρεπε να προστεθούν 177 εκατ. δολάρια για τόκους από 1ης Ιανουαρίου 1942, δηλαδή συνολικά 328 εκατ. δολάρια. 

Από την άλλη μεριά, δεν είναι ορθολογική η εκτίμηση του καθηγητή Αγγελόπουλου, διότι χρησιμοποιεί μεθοδολογία που στην πραγματικότητα μειώνει το σύνολο της οφειλής με το να λαμβάνει εσφαλμένη εκκίνηση της οφειλής στα 151 εκατ. δολάρια, που τον Απρίλιο του 1964 αντιστοιχούσαν σε 15.100.000 χρυσές λίρες ή κατ’ επέκταση το 2012 σε 4.530.000.000 ευρώ. 

Με τη Διάσκεψη της Ειρήνης του 1946 τα δάνεια είναι έντοκα, ώστε το αρχικό κεφάλαιο των 100 δις να ανέρχεται σήμερα, με χαμηλό επιτόκιο 2,5% στα 510.033.165.000 ευρώ



Καληνύχτα σας !!!