ΕΡΤ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Ο ποιητής των θαλασσών, Νίκος Καββαδίας


Ο Νίκος Καββαδίας (1910-1975) ήταν ένα περίεργο κράμα ανθρώπου και ποιητή. Σαν φτιαγμένος από διαφορετική πάστα. Η ποίηση του χαρακτηριστική. Από την πρώτη στροφή καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για ποίημα του Μαραμπού ( όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούν οι φίλοι). 

Της Έφης Μήτσιου



Από πολύ μικρή ηλικία άρχισε την ποιητική του συγγραφή. Στα 18 χρόνια μπάρκαρε για πρώτη φορά. Η θάλασσα και τα ταξίδια του έμελλαν να τον σημαδέψουν για πάντα, μιας και έγιναν πηγή έμπνευσης και αναφοράς σε όλα του τα έργα.

 

Το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου τον αναγκάζει να μείνει στην στεριά, ενώ στέλνεται στο αλβανικό μέτωπο. Συμμετέχει στην αντίσταση κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ενώ στην περίοδο του Εμφυλίου, από το 1945 έως το 1946 τίθεται επικεφαλής του ΕΑΜ Λογοτεχνών – Ποιητών. Θέση όμως που θα εγκαταλείψει για να ξαναγυρίσει εκεί που νιώθει ελεύθερος, στα καράβια.


Ο Θανάσης Βαλτινός γράφει χαρακτηριστικά για τη σχέση του ποιητή με την Aριστερά:

«Ο Καββαδίας δεν ήταν πολιτικοποιημένος με τη στενή έννοια. Ένα άλλο κομμάτι της ποιητικής του ιδιοφυΐας ήταν ότι δεν τη ρητόρευσε ποτέ τη σχέση του με όλα αυτά τα θέματα που τον απασχολούσαν. Δεν το έκανε ποτέ με βαρύγδουπο τρόπο, που το έκαναν άλλοι, ταλανίζοντας τη λογοτεχνία μας. Υπάρχει τόσο πολύ σαβούρα, που πρέπει να πεταχτεί από πάνω μας. Όλο αυτό το σπουδαίο υλικό (πόλεμος, κατοχή, χούντα κ.τ.λ.) κακόπαθε πολύ. Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις των ανθρώπων που ούτε μεταχειρίσθηκαν,  ούτε εκμεταλλεύτηκαν ευκαιριακά αβανταδόρικα τέτοια θέματα. Ο Καββαδίας αποτελεί εξαίρεση».


Η ποίηση του είναι καθαρά βιωματική. Η θάλασσα αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης. Τα ποιήματα του χαρακτηρίζονται από ιδιωματισμούς ξεφεύγοντας από την παραδοσιακή νεοελληνική ποίηση: Εξωτισμός, κοσμοπολιτισμός, υπερεαλισμός, στοιχεία οδηγούν τον αναγνώστη να δραπετεύσει από τα όρια της πραγματικότητας. Περιγραφές από καυγάδες, πληρωμένους έρωτες, ιθαγενείς… Τυχοδιώκτης, σαν ένας άλλος Δον Κιχώτης, να κυνηγά θαλάσσιους ανεμόμυλους. 


Ο ποιητής των θαλασσών άφησε παρακαταθήκη μικρό σε έκταση έργο, όμως αυτό δεν μειώνει διόλου την αξία του. Τρείς ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα και τρία πεζογραφήματα. Ανήκε στην γενιά του ’30 μαζί με τους Σεφέρη, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο κ.α.

Πέθανε το 1975 στην Αθήνα αφού υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο. Τελικά, παρόλο που δεν το ήθελε, είχε μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες…

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Ν. Καζαντζάκης: Είσαι ελεύθερος άνθρωπος, όχι μισθοφόρος




Ο μεγαλύτερος ίσως Έλληνας φιλόσοφος, του οποίου η πένα έχει σχολιασθεί ποικιλοτρόπως και από πολλούς, ο Νίκος Καζαντζάκης (1833-1957) δεν ήταν ένα, αλλά πολλά πράγματα ταυτόχρονα, γιατί πάντα εκτιμούσε την ιστορική στιγμή και συμπορευόταν  μαζί της. Φιλόσοφος, ποιητής, δημοσιογράφος, μεταφραστής, θεατρικός συγγραφέας…άλλαξε τη νεοελληνική διανόηση.


Στο έργο του, «Ασκητική» (Salvatores Dei) , εκφράζει όλες του τις μεταφυσικές ανησυχίες του και όλα του τα πιστεύω. Όπως και ο ίδιος έγραψε, «η Ασκητική είναι η πιο σπαραχτική Κραυγή της ζωής μου».


Η «Ασκητική», είναι επηρεασμένη κατά πολύ από τον Μπερξόν και την Κοσμοθεωρία του Νίτσε. Για τον Νίτσε έλεγε ο ίδιος, «ο Νίτσε με δίδαξε πως δεν πρέπει ποτέ να ‘χεις μια αντίληψη για τη ζωή που να σου επιτρέπει ελπίδες και ανταμοιβές. Είσαι ελεύθερος άνθρωπος, όχι μισθοφόρος.Να παλεύεις χωρίς να καταδέχεσαι να ζητάς ανταμοιβή, [αυτό] είναι η αληθινή ελευθερία».


Το κυνήγι της ελευθερίας για τον Καζαντζάκη ήταν το υπέρτατο χρέος του ανθρώπου. Η έννοια της ελευθερίας και του ανθρώπου ταυτίζονται και η πρώτη προηγείται της ανθρώπινης πραγματικότητας. Για να κατακτηθεί η ελευθερία απαιτείται η απουσία του φόβου και της ελπίδας και η  μετατροπή της ανάγκης σε βούληση.


Για την πολιτική ελευθερία, ο Καζαντζάκης ακολουθεί το πρότυπο του Ρουσώ, όπου ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να πράττει ότι θέλει μέσα σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο θεσπισμένο με νόμους και ηθικά προστάγματα.


Απόσπασμα από την Ασκητική

Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας. Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω! Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ ακολούθα μου! Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος. Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπος μου απάνω στη γης ετούτη.

Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω. Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους να ζητάς συντρόφους…

Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν’ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!»

Ξέρω τώρα δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία…

Πηγές:
*Κουμάκης, Γ. 2004, «Η κοσμοθεωρία του Ν. Καζαντζάκη», Καιράτος, 12 Οκτωβρίου 2012, < http://www.kairatos.com.gr/kosmotheoriakazantzaki.htm>.
*Διεθνής Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, amis-kazantzaki, <www.amis-kazantzaki.gr>.
*Φωτογραφίες: Εκδόσεις Καζαντζάκη, kazantzakispublications, <www.kazantzakispublications.org>.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Η πληρωμή της δασκάλας (του Τσέχωφ)

Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.

- Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα 'χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου... Λοιπόν...
Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια* το μήνα...

- Για σαράντα.

- Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες... Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ...

- Δύο μήνες και πέντε μέρες...

- Δύο μήνες ακριβώς... Το 'χω σημειώσει... Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές... δε δουλεύετε τις Κυριακές.
Πηγαίνετε περίπατο με τα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές...

Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.

- Τρεις γιορτές... μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα... Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα... Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες... Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό... Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν... Χμ! σαράντα ένα ρούβλια... Σωστά;

Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.

- Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του... Βγάζουμε δύο ρούβλια... Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει... Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του... Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια... Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να 'χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι' αυτό σε πληρώνουμε... Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια...

- Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα. μουρμούρισε η Ιουλία.

- Το 'χω σημειώσει!

- Καλά...

- Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.

Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!

- Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε...
Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.

- Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου!
Τρία... τρία, τρία... ένα και ένα... Πάρ' τα...

Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.

- Ευχαριστώ, ψιθύρισε.

Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.

- Και γιατί με ευχαριστείς;

- Για τα χρήματα.

- Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;

- Οι άλλοι δε μου 'διναν τίποτα!...

- Δε σου 'διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ' αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;

Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.

* Ά. Τσέχωφ, Διηγήματα

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

ΤΖΑΚ ΛΟΝΤΟΝ

ΤΖΑΚ ΛΟΝΤΟΝ


ΤΖΑΚ ΛΟΝΤΟΝ
Ο Συγγραφέας της Προλεταριακής Επανάστασης
Ο Λογοτέχνης Κουρσάρος
12 Γενάρη  1876-22 Νοέμβρη 1916
'Εζησε 40 χρόνια
Πόσο σπάνιο στ΄ αλήθεια και πόσο εμπνευσμένο, ένας συγγραφέας, στα 40 μόλις χρόνια της ταραχώδους ζωής του, να πει, να γράψει, να δημιουργήσει, να αφήσει, τέτοιας εμβέλειας Πνευματικό Έργο. Ένα λογοτεχνικό έργο που σημαδεύει την Παγκόσμια Λογοτεχνία, το περιγραφικό ταξιδιωτικό Μυθιστόρημα, τον προσωπικό κόσμο ανθρώπινων χαρακτήρων, αλλά κύρια τον κόσμο της Εργασίας, της παραγωγής, του Μόχθου, με λίγα λόγια τον κόσμο του μόχθου και της ΕΡΓΑΤΙΑΣ.
 Μια πνευματική Μεγαλοφυΐα με στέρεη και δηλωμένη πίστη στην ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ. Ένας Μαρξιστής που μέσα από τα έργα του λειτούργησε κάτι σαν Προφήτης της Ταξικής προλεταριακής επανάστασης.
 Ας «ταξιδέψουμε» στο βάθος του χρόνου, στα χνάρια της ζωής του ΤΖΑΚ ΛΟΝΤΟΝ, να δούμε μαζί του, την πορεία της σύντομης μα τόσο ταραχώδους ζωής του. Να αφουγκραστούμε τους πόθους του, τα πάθη του, τα όνειρά του, τις εμπνεύσεις του, τις πίκρες και δράματά του.
 ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ


12 Γενάρη 1876: Γεννιέται στο SAN FRANSISCO, ο ΤΖΑΚ ΤΣΑΝΕΫ, από Αμερικανίδα μητέρα πνευματίστρια και Ιρλανδό πατέρα αστρολόγο. Τα Οικονομικά της οικογένειας ήταν σε άθλια κατάσταση με συνεχείς αλλαγές εργασίας. Τρία χρόνια σαν παιδί έζησε σε ένα πανάθλιο ράντζο. «ποτέ δεν είχα παιχνίδια σαν τα άλλα παιδιά. Η φτώχεια είχε λάβει μόνιμο χαρακτήρα» αναφέρει ο ίδιος. Σύντομα όμως η μητέρα του ξαναπαντρεύεται τον Τζων Λόντον και ο μικρός Τζακ γίνεται ο γνωστός ΤΖΑΚ ΛΟΝΤΟΝ.

Αυτή η μακροχρόνια στέρηση και οι αποκλεισμοί που βίωσε του απόδωσε την διπλή έμφυτη τάση που τον συνόδευε σε όλη του τη σύντομη μα ταραχώδη ζωή. Μια βαθιά αντίφαση σημάδευε τη σκέψη του. Από τη μία η αποφασιστικότητα να γευτεί τις χαρές του κόσμου τούτου και από την άλλη το αίσθημα του αποκλεισμού και της Επανάστασης.

1884: Στα 6 του χρόνια, διαβάζει άνετα και στα 7 του αρχίζει να φουντώνει, παιδί μέσα του, το πάθος της μελέτης.

1889: Η Φτώχεια της οικογένειας τον αναγκάζουν να διακόψει τις σπουδές του και να μπει νωρίς νωρίς στον κόσμο της δουλειάς, σαν Εφημεριδοπώλης, εργάτης, κυνηγός δέρματος, συλλέκτης σε μπόουλινγκ. Τα βράδια μαθαίνει στενογραφία για να δουλέψει ρεπόρτερ.

1893: 17 χρόνων, πλάι στο διάβασμα φουντώνει μέσα του το πάθος της Θάλασσας με τα πλοία της. Πηγαίνει στον Ναυτικό όμιλο στο Σαν Φραντζίσκο και καθαρίζει τα σκάφη, χωρίς χρήματα, μήπως κάποιος καπετάνιος τον πάρει κοντά του σε κάποιο ταξίδι. Αγοράζει μια μικρή βαρκούλα και κλέβει οστρακοειδή. Μετά γίνεται Φωκοθήρας στην Ιαπωνία με το «Σοφία Σάντερλαντ».

1897: 21 χρονών, γίνεται χρυσοθήρας στην Αλάσκα. Εκεί έχει τις πρώτες του πνευματικές αναζητήσεις με συντροφιά φωτισμένων ανθρώπων. Μαθαίνει για τον ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ, τον ΝΙΤΣΕ, τον ΚΙΠΛΙΝΓΚ. Ο χειμώνας είναι φοβερός και κινδυνεύει να πεθάνει από το κρύο.
 
Οι δυσκολίες της ζωής του, τον ώθησαν να αλλάξει μυριάδες επαγγέλματα. Πήγαινε σχολείο τη μέρα, το βράδυ πούλαγε εφημερίδες, αργότερα αγόρασε το σκαφάκι του, έμαθε το μόλο σε κάθε σπιθαμή του. Δούλεψε σε φάμπρικες, έγινε πειρατής στρειδιών, ένα διάστημα στο Λιμενικό, μπάρκαρε μετά σε ένα πλοίο σαν κυνηγός στις φώκιες και στο τέλος είχε το σθένος και την έμπνευση να τα ΓΡΑΨΕΙ όλα αυτά με μοναδικό λυρισμό και δύναμη γραφής.

Παράτησε αργότερα τη δουλειά του και πήρε ενεργό μέρος σε Πορείες ανέργων εργατών. Όλα τούτα γύρω στα 1894 σε νεαρή ηλικία.


1898: γράφει τα πρώτα δύο έργα του. «Πάνω στα ίχνη του ανθρώπου» και το «Μια Οδύσσεια στο Βορρά». Και τα δύο αφηγήματα.

1900-1902: κυκλοφορούν τα πρώτα του βιβλία. «Ο Γιος του Λύκου» και 11 διηγήματα στον «Θεό των Πατέρων τους». Ακολουθεί το «Μια θυγατέρα του Χιονιού» με τα «Παιδιά του Δάσους». Έργα βγαλμένα και εμπνευσμένα από τη φυσική ζωή του δάσους.

Στους καταρράκτες του Νιαγάρα τον έκλεισαν 30 μέρες φυλακή για αλητεία και εκεί βίωσε με ανατριχιαστικό τρόπο την Κρατική καταστολή στους κρατούμενους της φτώχειας και της εγκατάλειψης. Έναν ολάκερο κόσμο στα σίδερα του Κράτους να βασανίζεται, να ξυλοφορτώνεται, να εξευτελίζεται.

Μετά από όλα αυτά ένας νέος ώριμος και συνειδητοποιημένος Τζακ Λόντον έκανε την εμφάνισή του. Διάβασε Μαρξισμό. Γνώρισε το Εργατικό και Σοσιαλιστικό Κίνημα. Κείνη την εποχή στις Η.Π.Α. το Κίνημα διαδίδονταν με ταχύτητα αστραπής από Πόλη σε πόλη. Απόκτησε δύναμη, ταξική έκφραση, περιοδικά, τύπο. Ο Τζακ Λόντον διάβασε το «ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ» και το αποστήθισε στην κυριολεξία. Δανείστηκε τη δομή του, τις απόψεις του και πρόσθεσε τις δικές του Εμπειρίες. Γρήγορα έγινε ένας βασικός ομιλητής και διανοητής της Εργατικής Τάξης και του Κομμουνιστικού Κινήματος.

Πλούτισε τις γνώσεις του με Χέγκελ, Σπένσερ, Δαρβίνο, Χάξλεϋ. Μέσα κάπου στην άκρη του μυαλού του διατηρούσε κάποια ψήγματα αντιδραστικών ιδεών από τον Νίτσε, κάποιες απόψεις για Φυλετική ανωτερότητα των Λευκών και μια ελαφρά κρυμμένη αποστροφή για την Γυναίκα. Τάσεις που σποραδικά εμφανίζονταν στον διαλογισμό του γύρω στα 1905 αλλά που η μεγάλη Σοσιαλιστική του Παιδεία κατάφερε να απωθήσει.

1905: από την εποχή αυτή και μετά άρχισε να καθιερώνεται συγγραφικά και να βγάζει την απίστευτη ενέργεια της σκέψης του. Σχημάτισε με τις πωλήσεις των Βιβλίων του μια μεγάλη περιουσία που του έδωσε την δυνατότητα μιας πλούσιας και άνετης ζωής. Υπεράσπιζε και κήρυττε με πείσμα τον Σοσιαλισμό και τα έργα του άρχισαν να δημιουργούν «πάταγο» και τεράστια επιτυχία με την εξάπλωσή τους αλλά και την απήχησή τους στην Κοινωνία.


Κάποια από τα έργα αυτά, πολλά, σημάδεψαν την παγκόσμια Λογοτεχνία. «Οι Άνθρωποι της Αβύσσου», μια απίστευτη και μοναδική σκιαγράφηση των συνθηκών ζωής της Εργατικής τάξης στο Λονδίνο. «Το Κάλεσμα της άγριας Φύσης», στο οποίο παραθέτονται οι εμπειρίες του από τη φτώχεια και την ταλαιπωρία, όταν ζούσε την άθλια ζωή του, τον έκαναν να βλέπει με μοναδική διορατικότητα τη ζωή και τον κόσμο των άγριων ζώων. «Μάρτιν Ήντεν», η ιστορία ενός εργάτη που προσπαθεί να μορφωθεί κάτω από αντίξοες συνθήκες. Ένα μεγάλο επίσης έργο με πάθος για το Σοσιαλισμό. «Ο Θαλασσόλυκος» , μια άκρως δραματική δημιουργία μελέτη πάνω στον ατομικισμό και στην συνδρομή του στην αυτοκαταστροφή του ανθρώπου.


1907: η Μεγάλη Πνευματική ώρα του Τζακ Λόντον ! έχοντας δει την ήττα της Επανάστασης του 1905, οραματίζεται και γράφει το μεγαλύτερο έργο του αλλά και ένα ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΤΑΞΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ. Την «ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΦΤΕΡΝΑ». Μια ελεγεία, μια φιλοσοφική πραγματεία πάνω στον Σοσιαλισμό και Κομμουνισμό, το Παγκόσμιο Κίνημα, μια ΠΡΟΦΗΤΙΚΗ δημιουργία για την άνοδο του ΦΑΣΙΣΜΟΥ στην ανθρωπότητα. Το Βιβλίο τούτο είναι το ΜΟΝΑΔΙΚΟ που κατέγραψε ο ΜΠΟΥΧΑΡΙΝ στην βιβλιογραφία του για τον ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ. Η «ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΦΤΕΡΝΑ» έκτοτε θα αποτελέσει κλασικό εγχειρίδιο μαρξιστικής φιλοσοφίας, εργαλείο μελέτης της ταξικής πάλης, υποθήκη έμπειρης ανάλυσης των κοινωνικών εξελίξεων. Και όχι μόνο αυτά. Σκιαγραφεί με μοναδική χρησιμότητα το Κοινωνικό πλαίσιο της εποχής της, ερμηνεύει την Ταξική ΔΟΜΉ, εμβαθύνει στις εξελίξεις, προαναγγέλλει τις συγκρούσεις του Μέλλοντος.

Χωρίς ίχνος υπερβολής, άνετα στο έργο αυτό θα μπορούσε κάποιος να το ονομάσει σαν την «Αποκάλυψη» της Μαρξιστικής Λογοτεχνίας.

Νιώθει και αισθάνεται όλους τους απόβλητους και καταφρονεμένους της Κοινωνίας σαν αδέλφια του, όμοια με εκείνον, χωρίς να αφήνει τα συναισθήματά του να θολώνουν τη σκέψη του.
1910-1911: Αρχίζει το γράψιμό του για το ΘΕΑΤΡΟ. Δημιουργεί τα έργα «Το φλογερό φως της μέρας», « Η Κλοπή», «Ο Γιος του Ήλιου και άλλα διηγήματα» και την «Κρουαζιέρα με το Σναρκ» με τις εμπειρίες του από τις Νότιες θάλασσες.

1913-1914: ο Οκτώβρης του 1913 τον βρίσκει λάβρο κατά της στρατιωτικοποίησης των πολιτών στις Η.Π.Α. «Κάτω ο Στρατός, Κάτω το Ναυτικό !!!» βροντοφώναζε. «Δεν χρειαζόμαστε μηχανές θανάτου, χρειαζόμαστε μηχανές ζωής !!!».

Γράφει τα έργα «Η Κοιλάδα του Φεγγαριού», έργο μεγάλης και βαθύτατης περισυλλογής. Το 1913 ανακηρύσσεται ως ο πιο πολυδιαβασμένος συγγραφέας του Κόσμου.

Το 1914, η έκρηξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου τον βρίσκει να στηρίζει αβασάνιστα τους Δυτικούς κατά των Γερμανών. Εργάζεται σαν Πολεμικός ανταποκριτής με τον ΠΑΝΤΣΟ ΒΙΛΛΑ στο ΜΕΞΙΚΟ και τον ΑΙΜΙΛΙΑΝΟ ΖΑΠΑΤΑ. Συνεχίζει να γράφει ασταμάτητα.

1916: 22 Νοέμβρη. Πολύ πλούσιος όντως, καταξιωμένος αλλά παράλληλα καταπονημένος αφάνταστα, αλκοολικός (εδώ και χρόνια το ποτό ήταν αχώριστος φίλος του…), περνάει σε φάση εσωτερικής αναδίπλωσης, και αυτοκτονεί με Μορφίνη σε ηλικία μόλις 40 ετών !!! η Βίλλα του στο Γκλεν Έλλεν της Καλιφόρνια ήταν η τελευταία του κατοικία.

Το 1917 κυκλοφόρησε το τελευταίο του έργο «Ο Τζέρρυ από τα Νησιά», ενώ το 1918 τα ΑΠΑΝΤΑ του, δημοσιεύονται στα ΡΩΣΙΚΑ με προλογίζοντα τον ίδιο τον Β. Ι. ΛΕΝΙΝ (!!!). Το 1924 ξεκίνησε η Γερμανική έκδοση των ΑΠΑΝΤΩΝ, σε 31 τόμους.

«…Πέρασα χτες τη νύχτα με τους άστεγους, περπατώντας κάτω από την πικρή βροχή, και βρεγμένος ως το κόκκαλο, δεν έβλεπα την ώρα να φτάσει η αυγή. Την Κυριακή την πέρασα και πάλι με τους άστεγους, στον αγώνα τους για μια μπουκιά ψωμί. Την Κυριακή το βράδυ επέστρεψα στο δωμάτιό μου μετά από 36 ώρες δουλειάς…είμαι εξουθενωμένος, τα νεύρα μου έχουν εξασθενήσει από όσα έχω δει και την ταλαιπωρία που μου κόστισαν…» 
(25/8/1902 Γράμμα στην Άννα Στράνσκυ).


«…Κανένα άλλο βιβλίο μου δεν μου στοίχισε περισσότερο πόνο και δάκρυα, όσο η μελέτη της οικονομικής εξαθλίωσης των φτωχών…»
 (Γράμμα για του «Ανθρώπους της Αβύσσου»).
Ο ΠΡΩΤΟΣ του ΓΑΜΟΣ

Ο Τζακ Λόντον παντρεύτηκε την Μπες Μάντερν στις 7 Απριλίου 1900 την ίδια μέρα που δημοσιευόταν το αφήγημά του «Ο γιος του λύκου». Την Μπες την ήξερε πολλά χρόνια καθώς ήταν στο φιλικό του περιβάλλον. Η Stasz γράφει: «και οι δύο ήξεραν ότι δεν παντρεύονταν από αγάπη, αλλά από φιλία και από την πίστη ότι θα έκαναν υγιή παιδιά.» Ο Κίνγκμαν έλεγε: «ένοιωθαν άνετα όταν βρίσκονταν μαζί. Ο Τζακ το είχε ξεκαθαρίσει στην Μπες ότι δεν την αγαπούσε αλλά την συμπαθούσε τόσο ώστε του ήταν αρκετό για να την παντρευτεί»

Κατά τη διάρκεια του γάμου του, ο Τζακ Λόντον συνέχισε τη φιλία του με την συγγραφέα Άννα Στράνσκι, τη συνδημιουργό του «Οι επιστολές των Κέμπτον-Γουέις», μιας νουβέλας που είχε ως θέμα την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ δύο γυναικών, που συζητούν φιλοσοφικά για την αγάπη. Η Άννα έγραφε σαν «Ντέιν Κέμπτον» που υποστήριζε τη ρομαντική πλευρά του γάμου και ο Τζακ σαν «Χέρμπερτ Γουέις», όπου υπερασπιζόταν την επιστημονική άποψη, επηρεασμένος από τον Δαρβινισμό και την Ευγονική. 
Το πρώτο τους παιδί, η Τζόαν, γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1901 και το δεύτερο η Μπέσυ (αργότερα την φώναζαν Μπέκυ) στις 20 Οκτωβρίου 1902.
Μετά από διαχρονικές εξελίξεις στην πορεία της σχέσης τους στις 24 Ιουλίου 1903, ο Τζακ είπε στην Μπέσυ ότι θα έφευγε και έφυγε. Σε όλη τη διάρκεια του 1904 ο Τζακ και η Μπέσυ διαπραγματεύονταν τους όρους του διαζυγίου και στις 11 Νοεμβρίου 1904 υπέγραψαν το διαζύγιο.

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ του ΓΑΜΟΣ

Μετά από το διαζύγιο με τη Μπέσυ, ο Τζακ παντρεύτηκε το 1905 την Τσάρμιαν Κίτρετζ. Ο βιογράφος Ρας Κίνγκμαν έγραψε ότι η Τσάρμιαν ήταν «η αδελφή ψυχή του Τζακ, το ιδανικό ταίριασμα».

Ο Τζακ σύγκρινε τη «γυναίκα μητέρα» και τη «γυναίκα σύντροφο» στο βιβλίο του «Οι επιστολές των Κέμπτον-Γουέις». Αποκαλούσε χαϊδευτικά την Μπέσυ «μητέρα-κορίτσι» και την Τσάρμιαν «γυναίκα-σύντροφο».
 Η θεία και θετή μητέρα της Τσάρμιαν, Βικτώρια Γούντχολ, την είχε αναθρέψει χωρίς σεμνοτυφία. Σχεδόν όλοι οι βιογράφοι υπαινίσσονται την ασυγκράτητη σεξουαλικότητα της Τσάρμιαν.  Η Stasz λέει ξεκάθαρα «η διαπίστωση ότι η κομψή και ευπρεπής κυρία ήταν, στις ιδιωτικές τους στιγμές, γεμάτη πάθος και σεξουαλικότητα ήταν σαν την ανακάλυψη ενός μυστικού θησαυρού.» 
Ο Νόελ (Noel) (1940) αποκαλεί τα γεγονότα από το 1903 ως το 1905 «ένα οικογενειακό δράμα που θα συγκινούσε την πένα του Ίψεν» "Σε γενικές γραμμές ο Τζακ δεν υπήρξε πιστός στους γάμους του και συχνά επιζητούσε τις εξωγαμιαίες σεξουαλικές σχέσεις. Στην Τσάρμιαν βρήκε όχι μόνο μια τολμηρή, δραστήρια και σεξουαλική σύντροφο, αλλά και σύντροφο της ζωής του μέχρι τον θάνατό του."

Προσπάθησαν να κάνουν παιδιά. Παρ΄όλα αυτά, ένα παιδί πέθανε κατά τη διάρκεια του τοκετού και μία άλλη εγκυμοσύνη διακόπηκε με αποβολή.


 
 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

     «Ο Γιος του Λύκου»

     «Ο Θεός των Πατέρων του»

     «Η Κόρη του Χιονιού»

     «Τα Παιδιά του Δάσους»

     «Το κάλεσμα της άγριας φύσης»

     «Οι Άνθρωποι της Αβύσσου»

     «Ο Θαλασσόλυκος»

     «Σοφία Σάντερλαντ»

     «Η Πίστη των ανθρώπων»

     «Το παιχνίδι»

     «Ιστορίες της Ιχθυοπεριπόλου»

     «Πόλεμος των Τάξεων»

     «Η Καταφρόνηση της γυναίκας» (Θεατρικό)

     «Πριν από τον Αδάμ»

     «Λευκό κυνόδοντο»

     «Ο Φεγγαροπρόσωπος»

     «Η Αγάπη της ζωής και άλλα διηγήματα»

     «Ο Δρόμος»

     «Η Σιδερένια Φτέρνα»

     «Μάρτιν Ήντεν»

     «Κλοπή» (Θεατρικό)

     «Το Φλογερό φως της μέρας»

     «Ο Γιος του Ήλιου»

     «Η Επανάσταση και άλλα δοκίμια»

     «Σμοκ Μπέλλοου»

     «Αβυσσαλέο τέρας»

     «Τζων Μπάρλευκορν»

     «Η Κοιλάδα του Φεγγαριού»

     «Η Δύναμη του Δυνατού»

     «Το περιπλανούμενο αστέρι»

     «Φυτευτής βαλανιδιών» (Θεατρικό)